Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

“After silence, that which comes nearest to expressing the inexpressible is music”

Aldous Huxley

95 χρόνια από το μανιφέστο για τον θόρυβο του Russolo με τίτλο “The Art of Noises: Futurist Manifesto”, και 56 χρόνια από το “Silence” του John Cage, ο Stuart Sim, καθηγητής Κριτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Sutherland, έρχεται με το καινούριο του βιβλίο “Manifesto for Silence: Confronting the Politics and Culture of Noise” να προβληματίσει, να διχάσει, και να μας κάνει να αναθεωρήσουμε σχετικά με τη παρουσία των ήχων στην εποχή μας.

Με αφορμή και σε συνάρτηση με το βιβλίο του Sim ακολουθεί μια ανασκόπηση των εννοιών του θορύβου και της σιωπής, επιχειρώντας να αναδείξει την σχέση τους και να κάνει κριτική σε ένα τόσο τολμηρό εγχείρημα όσο είναι ένα μανιφέστο της σιωπής.

Ο Sim προσεγγίζει το θέμα του θορύβου από πολλές απόψεις και αντλεί παραδείγματα από διαφορετικούς τομείς, αλλά κυρίως επικεντρώνεται στις τέχνες και τη φιλοσοφία, και δίνει έμφαση στον θόρυβο που συναντάται στην καθημερινότητα. Ανάμεσα στα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι ο Samuel Beckett, φιλόσοφοι όπως ο Wittgenstein, o Derrida, o Kant, και τη σημασία που έχει η σιωπή για τα έργα τους ως πηγή αλλά και ως πεδίο ανάλυσης, όπως για παράδειγμα στη Θεωρία της Αποδόμησης όπου η σιωπή χρησιμοποιείται σαν το μέσο για να γίνει το νόημα της συντάξεως μιας γλώσσας πιο κατανοητό, κυρίως όσον αφορά τα μέρη που δεν μπορούν να μεταδοθούν με τη γλώσσα, και όπως γράφει ο ίδιος «...να επιδείξει πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι με νόημα για έργα της τέχνης». Άλλα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι των ζωγράφων και αντιπροσώπων του Ρώσικου κονστρουκτιβισμού Kasimir Malevich και Alexander Rodchenko, από τον κινηματογράφο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τη σημασία τη σιωπής στα έργα του «Η Έβδομη Σφραγίδα», και «Η Σιωπή».

Ο Sim κάνει εκτενή αναφορά και στο ίσως σημαντικότερο καλλιτεχνικό έργο για τη σημασία της σιωπής μέσα στον χώρο το 4’33” του John Cage; για την σχέση ανάμεσα στον οργανωμένο και ανοργάνωτο θόρυβο, όπου ο δεύτερος γίνεται αντιληπτός υπό συνθήκες σιωπής. Πιο συγκεκριμένα, ο Cage για να παρατηρήσει τους «ήχους της σιωπής» είχε ανακαλύψει κάποιους χώρους, τους οποίους ονόμαζε ως anechoic rooms όπου υπήρχαν συνθήκες άριστης σιωπής κατά τον ίδιο. Ένας τέτοιος χώρος ήταν σε ένα δωμάτιο στο Πανεπιστήμιο του Harvard, τον οποίο επισκεπτόνταν συχνά ο Cage και όταν ένας μηχανικός του Πανεπιστημίου ρωτήθηκε τι ήχους άκουγε ο Cage, απάντησε ότι του είχε εξομολογηθεί ότι οι δυνατοί ήχοι που άκουγε ήταν το νευρικό του σύστημα, και οι χαμηλοί ήχοι αναπαράγονταν από τους ήχους της κυκλοφορίας του αίματος του. Ο Cage υποστήριζε ότι στη σιωπή οι ήχοι που μας περιβάλλουν αποτελούν τον ανοργάνωτο θόρυβο σε σχέση με τον οργανωμένο θόρυβο που είναι η αρμονία, οπότε η σιωπή και ο θόρυβος δεν είναι δυο αντίθετα άκρα αλλά σχετίζονται άμεσα και αποτελούν ένα συνεχές χωρίς αρχή και τέλος, αφού ο θόρυβος μπορεί να γίνει αντιληπτός μέσα από τη σιωπή.[1]

Η έμφαση που έδινε ο Cage στην σιωπή τυπωνόταν πάνω στον θόρυβο που έβγαινε και αυτός χρησιμοποιώντας τον ως μέσο, σε μια ιδιότυπη σύνθεση. Μετά το βιβλίο του Silence πολλά έργα δημιουργήθηκαν φανερά επηρεασμένα από την φιλοσοφία του Cage, όπως το Ionisation του Edgard Varèse του οποίου η σύνθεση έγινε στα συντρίμμια βιομηχανιών μεταποίησης και στο οποίο συμμετείχαν εργάτες που στο παρελθόν εργάζονταν εκεί, χωρίς να είναι μουσικοί, αλλά το σημαντικό τους προσόν ήταν η γνώση του χώρου, αλλά κυρίως των ήχων του χώρου και τα έργα των Cage και Varèse είχαν σημαντική επιρροή στο κίνημα του concrète music, Ίσως ολά αυτά να αποτυπώνονται και να γίνονται κατανοητά καλύτερα στη φράση του David Toop, ο οποίος είπε ότι: «Μόλις δεχτείτε την ιδέα του Cage ότι ο θόρυβος μπορεί να είναι μουσική έχετε πιαστεί σε μια παγίδα. Ακούτε μουσική με μουσικό αυτί, είτε την ηχογραφείτε είτε όχι».[2]

Αυτή η σχέση σιωπής και θορύβου φάνηκε μετά τη δεκαετία του ’50, η οποία από πολλούς ονομάστηκε η δεκαετία της σιωπής κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το 1952 ηχογραφήθηκε το Silence του John Cage, και αργότερα το 1960 όταν ο La Monte Young ηχογράφησε το Composition No7. Το έργο του La Monte Young αποτελείται μόνο από νότες Β και F# και αναπαράγεται ένας συνεχόμενος ήχος, όπου ο ακροατής ελεύθερος από την αλλαγή στις νότες και την ένταση και του χρόνου έμπαινε στη ροή του κομματιού και επικεντρώνεται στα διαφορετικά του μέρη όπου του ανοίγεται ένα σύμπαν από overtones, microtones and combination tones.

O La Monte Young θεωρείται «πατέρας» του drones και μέχρι σήμερα αυτός ο όρος είναι άμεσα συνδεδεμενος με τον θόρυβο στην μουσική, και αυτό που προσπάθησε ο ίδιος να πει ήταν ότι μια σύνθεση δεν χρειάζεται να έχει αρχή και τέλος, αλλά να έχει την ελευθερία να εκτείνεται στο άπειρο και μέσα σε αυτή τη διάρκεια να μπορεί ο ακροατής να παρατηρεί τις παραλλαγές του ήχου, αρκεί να μόνο να επικεντρωθεί στους ήχους που περιβάλλουν την συγκεκριμένη σύνθεση. Όπως δηλαδή ο Cage με το έργο του Silence θέλει να δώσει έμφαση στους ήχους που περιβάλλουν μια σύνθεση μέσω της σιωπής, κάτι παρόμοιο προσπάθησε να δείξει και ο La Monte Young μέσω του drones, πάνω στο οποίο μέχρι σήμερα βασίζονται πάρα πολλοί αυτοσχεδιασμοί από συγκροτήματα όπως οι Vibracathedral Orchestra, Bardo Pond, The Boredoms, ο Κeiji Haino, ο Phill Niblock και πάρα πολλοί άλλοι. Και ακολουθώντας το παράδειγμα του Sim, ο οποίος αναφέρει πολλά παραδείγματα από την φιλοσοφία στο βιβλίο του, να αναφέρουμε ότι ο Ινδός μουσικός και φιλόσοφος του Σουφισμού Hazrat Inayat Khan στο βιβλίο του Mysticism of Music, Sound and Word, ξεκινά ένα δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο ήχος, η κίνηση, και η παρουσία ξεπετάγονται μέσα από τη σιωπή, και υποστηρίζει ότι και οι ρίζες της λέξης δόνηση (από το vibration) προέρχονται από τον Σουφισμό.

Επίσης για τη σχέση ανοργάνωτου και οργανωμένου θορύβου ή αρμονίας σύμφωνα με τον Cage αναφορικά με την σιωπή, ένα καλό παράδειγμα για να αναδείξει αυτή την σχέση στην περίπτωση των drones και την απελευθέρωση του ήχου μέσω των drones είναι ο Keiji Haino, ο οποίος λέει οτι αυτό που αποκαλούμε θόρυβο είναι ένα διαφορετικό είδος αρμονίας. O Keji Haino με το συγκρότημα του τους Aihiyo έκανε διασκευές σε pop τραγούδια προσπαθώντας όπως έλεγε ο ίδιος να τα απελευθερώσει από τον περιορισμό μιας σύνθεσης προορισμένη να γίνει ένα δημοφιλές τραγούδι. Και αυτό που κάνει είναι να αντικαθιστά τους συνηθισμένους ήχους ενος τραγουδιού, οι οποίοι υπήρχαν ήδη, και περιμέναν να ελευθερωθούν επεκτείνωντας τους μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν όπως λέει ο ίδιος ο θόρυβος όπως και η ρop περιέχει τους κανόνες της αρμονίας και το παγκόσμιου ήχου.

Ο Sim στο μέρος του βιβλίου του που αναφέρεται για τη σημασία της σιωπής στην μουσική και στην σύνθεση προσθέτει ένα ακόμα επιχείρημα στην υπόθεση ότι η σιωπή και ο θόρυβος αποτελούν ένα συνεχές παρά δυο αντίθετες έννοιες. Βέβαια ένας τέτοιος όρος σαν την σιωπή αποτελεί αντικείμενο ερευνών, καλλιτεχνικών αναζητήσεων και γενικότερα είναι κάτι το οποίο τόσο αφηρημένο όπου δεν είναι δυνατόν να του μπούν όρια ώστε να θεωρηθεί ότι έχει απαντηθεί το ζήτημα της σιωπής μέσω της φιλοσοφίας, της τέχνης ή της γλωσσολογίας, αν και ο Sim καταφέρνει να προσεγγίσει σε σημαντικό βαθμό αυτήν την έννοια.

Παρά την πληρότητα επιχειρημάτων και παραδειγμάτων το βιβλίο του Sim παραλείπει κάποιες σημαντικές πληροφορίες, οι οποίες παραλείψεις ίσως να είναι και εσκεμμένες. Δεν αναφέρει σε κανένα σημείο του βιβλίου το όνομα του La Monte Young, και την σπουδαιότητα του έργου του, και όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ροκ μουσικής και σιωπής, λέει ότι: «Η σιωπή δεν αποτελεί μέρος του λεξικού της ροκ». Λαμβάνοντας όμως υπόψη την σχέση των drones αυτοσχεδιασμών και την άμεση επιρροή τους στην ροκ μουσική και ακόμα περισσότερο στο κίνημα του Alternative Rock της δεκαετιάς του ’90 με τους Sonic Youth, My Bloody Valentine, τους Jesus and Mary Chain, οι οποίοι επεκτείναν την χρήση ροκ τραγουδιών μέσα στο χρόνο και έδωσαν μια διαφορετική αντίληψη στην έννοια της ροκ μουσικής, δείχνει να κάνει μια σημαντική παράλειψη.

Συμπερασματικά, το βιβλίο του Sim περιέχει πολλά παραδείγματα που στηρίζουν την πρόθεση του να δημιουργήσει ένα μανιφέστο για την σιωπή, παρόλα αυτά παραλείπει πολλά, όπως για παράδειγμα την σημασία της ελευθερίας στη μουσική το οποίο κήρυσσαν o Russolo, ο Cage και ο La Monte Young , ή δείχνει να απομονώνει μόνο αυτά που αναδεικνύουν την υπόθεση του για τη σημασία της σιωπής. Και αυτή η μονοδιάστατη οπτική του ίσως να κάνει το εγχείρημα του να προκαλέσει πολλές ενστάσεις...όπως δηλαδή συμβαίνει σε κάθε μανιφέστο!



[1] Ένα καλό παράδειγμα που αναφέρει ο David Toop για να αναδείξει τη σχέση σιωπής και θορύβου, είναι σε μια συναυλία που είχε γίνει στο Τόκυο και είχε τίτλο Noise As Silence και στη κεντρική σκηνή έπαιζαν οι Shunichiro Okada, Carl Michael Von Hausswolff, Carsten Nicolai (γνωστός και ως Alva Noto, ή Aleph στο τελευταίο του album 1). Κατά τη διαρκεια της παράστασης δεν προσπάθησαν να κάνουν μια επίδειξη όπου η σιωπή θα ήταν το κύριο ηχητικό μέσο, και αυτό έγινε πασιφανές διότι o Michael Von Hausswolff έκανε μίξεις εντάσεως 11.000 Hertz, ενώ οι υπόλοιποι δυο χτυπούσαν τα trackpads των laptops τους, για να δείξουν τι ήχοι βγαίνουν από δυο αντικείμενα που δεν αποτελούν μουσικά μέσα, και οι ήχοι που αναπαράγονται μέσα στον χώρο.

[2] Η θεωρία του concrète music με πρωτοπόρους του κινήματος τον Pierre Schaeffer, και τoν Pierre Henry και εμφανίστηκε στο Παρίσι τη δεκαετία του ’50 όπου και έγινε για πρώτη φορά χρήση της μαγνητικής ταινίας ως μέσο για να ηχογραφηθούν οι φυσικοί ήχοι του περιβάλλοντος ως πηγές ήχου, και χρησιμοποιούνταν με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και οι νότες σε μουσική κλίμακα.

Για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στο monkie πατήστε εδώ - τεύχος 7ο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου