Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Kids and electronic music

I have compiled some very interesting stuff from a workshop, under the auspices of the famous Dis-patch festival in Belgrad, which concentrates on education of very young children about the possibilities of electronic instruments. It is demonstrated a very good example on the interaction of the physical presence of a natural person, and an electronic mean whether it is a gameboy, a microphone, an appliance etc.

Below, I have added a video with a small performance, and a link (click here) with a series of photographs, and a small paper (click here) about this workshop and its purpose.
Hope you enjoy.

Touching Sound and Music from Tag:Structures on Vimeo.

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Radio Ballet



Recently I was reading Brandon La Belle's book with the title "Acoustic Territories: Sound Culture and Every Day Life". I have added a part of the book on Radio Ballet and two videos of performances in the Leipzig railway station in Germany.

"Structured as a radio transmission of pre-recorded voice and sounds, the work invites listeners to participate in a series of unified actions and gestures to take place in the railway station at a designated time. Participants were asked to bring portable radios and earphones, so as to tune in the radio broadcast while at the station, and to follow the instructions spoken by the broadcast voice. The performance essentially requested participants to occupy the station, appearing as an unidentified collective, and brought together through the invisible transmission, each participant listening and responding to the given instructions, which asked them to dance to music, to hold their hands as if begging, to lie down on the floor, to look up, to look down etc. Through such actions, the Ballet was specifically designed against recent laws passed by the local government, which enable police to remove any person loitering in the station without purpose. The identifiable gestures of the loitering body were into play through the Ballet, from the homeless sleeping on the ground, the one begging for spare change, others just sitting or standing around - such bodily appearances were enacted as intentional yet ambiguous signs of criminality as an attempt to rupture their signifying meaning".



Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Performance of Xenakis

Taken from the "Noise for Airports" website (click here for more), and with great anticipation of the next session on "Music for Airports":
From Alex Ross, a more thorough (near-complete, I think?) video of the recent MakeMusicNY lake performance of Xenakis’ Persephassa, in which a percussion sextet surrounds the audience. In this case, on boats.

persephassa on the lake from liubo on Vimeo.

Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Session II

Maybe one of the most difficult things in music is to give a definition about what is ambient music. Many would say, that it is the sense of space, the natural sounds, or even a collection of sounds that can be observed on the background of a synthesis.
Since it is very difficult for me to define ambient music, I decided to describe ambient music through the next sessions, with tracks that belong to the Cage-Eno axis on ambience. Of course most of the sessions include ambient tracks, but in this particular playlist the first track is from Brian Eno and the rest of the tracks have a strong sense of rhythm, contrary to more electroacoustic and concrete musique and guitar drone influences that will have the following sessions. Also, I would like to inform you that most of the tracks are contemporary in order to highlight the major influence of Eno in ambient music. Finally, the next session probably will include ambient music with close resemblance from Eno's work "Music on Airports". So you should be prepared about many field recordings taken from airports.

Once more I hope that you'll enjoy.

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2010

Sessions

This month I decided to initiate a series of sessions with tracks that I would like to share with all of you, and hope that you'll really enjoy.
Since this is the first session it is mainly used as as a pilot session, and if it works well I promise that I'll try to be very consistent in the future with more exciting and innovative sessions.
So in the first session I have included mainly ambient and experimental tracks, with field recordings, sound art, and guitar drones which provide you a fragile assemblage, and a rich texture of sounds. I advise you to listen this session at the late hours of night, which will enable you to travel in an imaginary, dreamy soundscape.

Just click on the player which is posted below and you can listen to the series of tracks.

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

ΖΩΝΤΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ζώντας σε μια άλλη πραγματικότητα
του Κωνσταντίνου Κοκκά


“Real life happens on TV
…Touch me I want to live for real
…Touch me, I am just human as a human can be”
Weeping Willows, Touch Me

“Η πραγματικότητα δεν είναι πλέον δυνατή”
Jean Baudrillard

Τελικά η τηλεόραση, εκτός απ' το να μας παρέχει ενημέρωση, ψυχαγωγία, ανοησία και ελαφρότητα μπορεί να μας κάνει να εμβαθύνουμε, αλλά και να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Η τελευταία όμως είναι, στην κυριολεξία, μια πραγματικότητα της τηλεόρασης. Πρόσφατα, αφού παρακολούθησα εκτεταμένα τηλεόραση για πέντε μέρες, άρχισα να αντιλαμβάνομαι διαφορετικά όλα αυτά που με περιτριγυρίζουν και με απασχολούν. Και όλα αυτά, απεικονίζονται στην τηλεόραση σα σύμβολα.

Μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα, εντυπωσιασμένος, κυρίως, από την πληθώρα των reality που παρακολουθούμε καθημερινά (π.χ. “Εφιάλτης στην Κουζίνα”, “Νταντά Πρώτων Βοηθειών”, “Next Top Model” ), θυμήθηκα τα πρώτα τέτοια σόου στην ελληνική τηλεόραση (π.χ. το Big Brother) διαπιστώνωντας ότι, από τότε μέχρι σήμερα, έχουν εξελιχθεί πάρα πολύ. Ή μάλλον, ακριβέστερα, έχουν προσαρμοστεί στις παρούσες κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες. Έτσι λοιπόν στα πρώτα χρόνια της εμφάνισης των reality, παρακολουθούσαμε τους “παίκτες” στην καθημερινότητα τους, μέσα σε ένα σπίτι, να συζητούν, να μαγειρεύουν, να κάνουν χαβαλέ ή ακόμη και να ξύνουν τον κώλο τους. Σήμερα, στα περισσότερα τέτοια σόου, οι “παίκτες” έχουν κάποιο ταλέντο ή διαγωνίζονται βάσει κάποιων φυσικών προσόντων τους, ενώ υπάρχει απέναντι τους μια ομάδα “ειδικών” που τους κρίνει ή τους συμβουλεύει. Βέβαια, αυτοί οι “ειδικοί” δεν έχουν καμία σχέση με τους ειδικούς όπως τους ξέρουμε, που χαρακτηρίζονται από την εξειδικευμένη γνώση και την εμπειρία που έχουν στον τομέα τους. Η ειδικότητα τους είναι προσαρμοσμένη στα πρότυπα που θέτει η τηλεόραση.

Είναι όμως αυτά τα τηλεοπτικά προγράμματα η πραγματική ζωή όπως ευαγγελίζονται; Σίγουρα, μια αρνητική απάντηση είναι πολύ εύκολη. Θεωρώ όμως, ότι θα μπορούσε να διερευνηθεί περαιτέρω, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η τηλεόραση λειτουργεί περισσότερο κατασταλτικά ως προς την πραγματικότητα. Και αυτό γιατί όχι απλά δεν περιγράφει την πραγματικότητα, αλλά την παραμορφώνει, και συνακόλουθα διαμορφώνει κι επηρεάζει τη ζωή μας.

Κάτι παρόμοιο είχε πει ο Baudrillard στο Simulacra and Simulation, στην περίφημη θεωρία της “Υπερπραγματικότητας”. Συγκεκριμένα, έλεγε ότι “έχουμε σταματήσει να βιώνουμε με το μυαλό μας και έχουμε μετατραπεί σε επεξεργαστές συμβόλων για τις μηχανές των μίντια” και πως “η πραγματικότητα είναι μια συμβολική διάσταση που έχει απομακρυνθεί από το πραγματικό”. Κατά τον Baudrillard λοιπόν, η πραγματικότητα που αναπαρίσταται στην τηλεόραση είναι ένα σύμβολο και όχι μόνο παρασύρει τα υποκείμενα της πραγματικότητας (δηλαδή τους απλούς πολίτες και τηλεθεατές), αλλά επηρεάζει και τον τρόπο που την βιώνουμε. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα για να γίνει όλο αυτό πιο κατανοητό.


Σύμβολα και συναισθήματα

Στην αρχή της ποδοσφαιρικής περιόδου παρακολουθήσαμε μια τηλεοπτική διαφήμιση ενός συνδρομητικού καναλιού με αθλητικό περιεχόμενο, η οποία έδειχνε κάποια μνήματα και από πάνω τους αγώνες μετάδοσης που θα έχαναν όσοι δεν είναι συνδρομητές του καναλιού. Σε ένα άλλο διαφημιστικό, ενός ιδιωτικού καναλιού πάλι, είδαμε κάποιους ασθενείς σε μια κλινική αποτοξίνωσης να προσπαθούν να “καθαρίσουν” από την εξάρτηση τους απ' την τηλεόραση. Από τη μια η απώλεια και από την άλλη η εξάρτηση γίνονται σύμβολα στην υπηρεσία της τηλεόρασης. Η απώλεια συνδέεται με την στέρηση του ποδοσφαιρικού θεάματος και η ανθρώπινη εξάρτηση με την απόλαυση του τηλεοπτικού θεάματος. Συναισθήματα βαθιά ανθρώπινα και πραγματικά γίνονται σύμβολα που φιλτράρονται και παρουσιάζονται μέσα από την τηλεόραση, η οποία εκμεταλλεύεται τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τις δύο αυτές έννοιες.

Εικονικά δικαιώματα, εικονική ελευθερία

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η άποψη της Ιωάννας Βωβού (Λέκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο). Σε άρθρο της στο Βήμα Ιδεών, μιλά για την “αντίληψη που οι άνθρωποι σχηματίζουν για τον κόσμο και συνοψίζεται σε μια αποθέωση της εμπειρικής γνώσης εις βάρος της νοητικής αντίληψης των πραγμάτων”. Συνεχίζει προσθέτοντας ότι “ενδιαφέρουσα κοινωνικη εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι η εισχώρηση στη ζωή των άλλων από κρυφή και στιγματισμένη δραστηριότητα, δημοσιοποιείται, απενοχοποιείται και βρίσκει τη νομιμοποίηση της […] τα χρηματικά έπαθλα των ριάλιτι σόου και των τηλεπαιχνιδιών που συγχαίρουν τη δημόσια κατάθεση των πιο προσωπικών δεδομένων δεν είναι άσχετα, όχι τόσο με μια οικονομική κρίση ή οικονομική αστάθεια, όσο με μια ιδεολογική στροφή της κοινωνίας σε ότι αφορά την αντίληψη περί προσωπικής και κοινωνικής ελευθερίας”. Σαν παράδειγμα, αναφέρει την εκπομπή Η Στιγμή της Αλήθειας.

Η Βωβού, αφενός σχολιάζει την νοητική αντίληψη των ανθρώπων και αφετέρου το νόημα που αποκτούν η ελευθερία, τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και οι συνακόλουθες διεκδίκησεις μέσα στην τηλεόραση. Η διαφάνεια και τα προσωπικά δεδομένα, παράγοντες ελευθερίας και προστασίας ατομικών δικαιωμάτων μετατρέπονται σε σύμβολα, καθώς στην τηλεόραση αποκτούν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο απ' ότι διαθέτουν στο επίπεδο της πραγματικότητας. Στην καθημερινότητα, η προσωπική ζωή του καθενός περιορίζεται στον χώρο του, στις επαφές του, στις συναλλαγές που κάνει στη ζωή του και στον τρόπο διαβίωσης του. Αντίθετα, στην τηλεόραση όλα αυτά γίνονται δημόσιο θέαμα, έτσι ώστε ο καθένας από μας να εισβάλλει στη προσωπική ζωή του άλλου. Και φυσικά, είναι νόμιμο, καθώς γίνεται με την συγκατάθεση του “συμβαλλόμενου” στην τηλεοπτική τους προβολή.

Βλέποντας τηλεόραση, πρέπει κανείς να επαναπροσδιορίσει και να ξαναορίσει την έννοια του προσωπικού χώρου, καθώς και τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα ως στοιχεία της πολιτικής ελευθερίας και ισότητας –βασικά στοιχεία της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο Jeremy Bentham στη θεωριά του για το “Πανοπτικόν” είχε πει ότι “η δημόσια εξουσία εισβάλει στον ιδιωτικό χώρο των ατόμων με την επιτήρηση τους”. Στη πραγματικότητα της τηλεόρασης όμως φαίνεται να κυριαρχεί το “Συνοπτικόν”. Είναι οι πολλοί που παρακολουθούν τους λίγους. Οι πολλοί εισβάλλουν στο χώρο των λίγων, αυτών που αποτελούν στο ελληνικό τηλεοπτικό star system, καθώς στις περισσότερες τηλεοπτικές εκπομπές ανακυκλώνονται οι εικόνες των ίδιων ατόμων.

Επιπλέον θα έπρεπε να εξετάσουμε το ζήτημα και στο επίπεδο της σχέσης εξουσίας και εξουσιαζόμενου ή, αλλιώς, διοίκησης και διοικούμενου. Οι “καθημερινοί” άνθρωποι που παρουσιάζονται στα κανάλια με τις καταγγελίες τους, διεκδικούν την αντιπροσώπευσή τους, καθώς πολιτικά και θεσμικά δεν έχουν άλλους τρόπους συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι και επιρροής στη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων εκείνων που τους αφορούν. Ταυτόχρονα όμως, με την αποδοχή της παρακολούθησης τους, συναινούν στη παραβίαση του προσωπικού τους χώρου. Έτσι, οι έννοιες της αντιπροσώπευσης και της συναίνεσης αποκτούν ένα συμβολικό νόημα, διαφορετικό από το θεσμικό και πολιτικό που διαμορφώθηκε μετά από μακρόχρονους αγώνες και διεκδικήσεις.

Η συμμετοχή των πολιτών στις πολιτικές διαδικασίες και στις διεκδικήσεις τους είναι εφικτή μέσω συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων και άλλων μορφών μαζικής κινητοποίησης. Πρόσφατα, παρακολουθούσα ένα αγγλικό ριάλιτι όπου πρωταγωνιστεί ένας γνωστός σεφ, ειδικός στην “αναγέννηση” εστιατορίων που κινδυνεύουν να φαληρίσουν. Σε ένα επεισόδιο, προκειμένου να διαφημίσει το μενού ενός εστιατορίου, ο σεφ βγήκε στους δρόμους με τον ιδιοκτήτη και το προσωπικό του, και διέκοψαν την κυκλοφορία φωνάζοντας συνθήματα με τηλεβόα, σαν μια μικρή διαδήλωση. Η απορία μου ήταν κατά πόσο είναι νόμιμος ο αποκλεισμός ενός δρόμου όταν δεν αναφέρεται σε ατομικές, πολιτικές ή κοινωνικές διεκδικήσεις, αλλά και αν σε μια κανονική διαδήλωση θα υπήρχε ποτέ τόση μεγάλη και θετική ανταπόκριση, καταρχήν από τα μίντια. Βέβαια, για τον τηλεθεατή, μια διαδήλωση είναι μια συνηθισμένη εικόνα, ενώ μια διαδήλωση για θέματα γαστρονομίας, όχι και τόσο.

Σύμβολα και σημασία των λέξεων

Και συνεχίζω αναφέροντας άλλα παραδείγματα που επιδεικνύουν την συμβολική απεικόνιση της πραγματικότητας μέσα από τα ριάλιτι, μέσω του σημασιολογικού περιεχομένου των λέξεων, και πως αλλοιώνεται το νόημα τους μέσα από την τηλεόραση.

Στο πλαίσιο της συμβολικής απεικόνισης της πραγματικότητας, μέσα από την τηλεόραση αλλοιώνονται συχνά το νόημα και οι σημασίες των λέξεων όπως τις γνωρίζουμε. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη του 2008, ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος υπεράσπισης του ειδικού φρουρού που πυροβόλησε εναντίον του άτυχου νεαρού, είπε ότι αυτό που είχε συμβεί “ήταν θέλημα Θεού”. Το “Άλλο”, στη συγκεκριμένη περίπτωση η “ανώτερη δύναμη”, αντικαθιστά την εγκληματική πράξη, και παράλληλα τις έννομες διεκδικήσεις του πολίτη για την προστασία του έναντι παρόμοιων ενεργειών. Το Άλλο είναι ο νομιμοποιητικός παράγοντας έναντι της θεσμοθετημένης δικαιοσύνης, η πραγματική δικαιοσύνη που προήλθε από το συμβολικό πεδίο. Και με βάση αυτό το δίκαιο δικαιολογούνται και νομιμοποιούνται συμβολικά οι πράξεις των ανθρώπων, προτού να κριθούν μέσα σε κάποιο νομοθετικό πλαίσιο.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, βλέπουμε ότι και οι ιδιότητες των ανθρώπων αποκτούν νέα σημασία. Στην τηλεπαρουσιάστρια της εκπομπής Η Στιγμή της Αλήθειας, στα τηλεοπτικά πάνελ, αποδίδεται η επαγγελματική ιδιότητα της μαέστρου. Όμως οι περισσότεροι την γνώρισαμε ως την παρουσιάστρια της συγκεκριμένης εκπομπής. Πόσοι την γνωρίζαμε πριν από την συγκεκριμένη εκπομπή ως μαέστρο, ώστε να της δίνουμε αυτόν τον τίτλο; Και αν δεν ερχόταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας μέσω της νέας της ιδιότητας θα μαθαίναμε ποτέ την ύπαρξή της ως μαέστρος;

Η ύλη σαν σύμβολο της πραγματικότητας

Στη θεωρία του ο Baudrillard, αναφερόμενος στη σχέση του υλισμού με την τηλεόραση, είχε πεί ότι η τηλεόραση δημιουργεί ανάγκες που διαφορετικά δεν θα υπήρχαν. Από τότε, βέβαια, αυτό αποτελεί κοινή διαπίστωση, ειδικότερα μετά την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης και την κυριαρχία της τηλεοπτικής διαφήμισης. Όμως, παρακολουθώντας, ξενόφερτα περισσότερο, ριάλιτι, παρατήρησα ότι όχι μόνο δημιουργεί ανάγκες, αλλά τα άτομα συμφιλιώνονται εν τέλει με τον υλισμό. Ο καθένας έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει σπίτι, να κάνει πλαστική προσώπου και σώματος, να αγοράσει ακριβά ρούχα, να αποκτήσει αυτοκίνητο και σχεδόν οτιδήποτε επιθυμεί στη ζωή του. Και μετά την μεταμόρφωση, αυτός ο “καινούριος άνθρωπος” δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του, είναι κάποιος άλλος, που μπορεί να απόκτησε αγαθά που δεν είχε, αλλά βγήκε από αυτά τα τηλεοπτικά θαύματα παραμορφωμένος. Και από την επόμενη ημέρα θα πρέπει να ζει σαν κάποιος άλλος.

Ο υλισμός εμπεριέχεται στις λέξεις και, όπως προανέφερα, επηρεάζει την σημασία τους. Παρακολούθησα ένα ριάλιτι, στο οποίο οι “παίκτες” θέλουν να γίνουν γνωστοί σχεδιαστές μόδας και όπου, φυσικά, υπάρχει η ανάλογη επιτροπή “ειδικών”. Σε μια από τις δοκιμασίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα φόρεμα, βασισμένο σε μια ιστορία στην οποία θα πρέπει αυτό το φόρεμα να πρωταγωνιστεί. Αντίθετα, βέβαια, με την πραγματική καθημερινή ζωή όπου πρωταγωνιστής είναι ο άνθρωπος. Έτσι, η ύλη, το φόρεμα στην προκειμένη περίπτωση, αντικαθιστά το φυσικό υποκείμενο και γίνεται το επίκεντρο της ιστορίας, γίνεται σύμβολο του υλισμού που παίρνει ρόλο πρωταγωνιστή.

Επίλογος

Φυσικά, όλα τα παραπάνω είναι μόνο μερικά παραδείγματα όσων βιώνουμε μέσα από την τηλεόραση. Όμως, λόγω της παντοδυναμίας της στο χώρο των μέσων, η διαπίστωση τους και η δυνατότητα διάκρισης της τηλεοπτικής από την πραγματική ζωή καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής. Σε τέτοιο βαθμό, που η πραγματικότητα αποτελεί μια άγνωστη έννοια και αυτό που εκλαμβάνουμε ως αληθινό είναι η “υπερπραγματικότητα” της τηλεόρασης.


Μπορείτε να κατεβάσετε το "Simulacra and Simulation" του Baudrillard από εδώ


Και για το τεύχος του monkie πατήστε εδώ

Τρίτη 20 Απριλίου 2010

Speech

Recently was announced the line-up for the Athens Synch Festival, and two of the artists of the line-up are Alva Noto and Blixa Bargeld, who will be staged on a common appearance. On occasion of this festival I have attached a video of Blixa Bargeld's performances on his "Rede/Speech" at which is described, from this great artist, the possibilities of human voice and the electronic medium (in this case a microphone).
As the description of the video says, there is a: "Final battle between two words: "prawo" (law) and "sen" (dream)."

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

SOUND IN CONTEXT

Below there is a fantastic short documentary about sound and other forms of art. So many different aspects, but it surely provides you with a very clear picture about the possibilities of sound and its differences, similarities and most importantly about the essence of accepting sound as a form of art.
The documentary was produced by the "Sound and Music" organization which is based in the UK.

Sound in Context (Full Film) from Sound and Music on Vimeo.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

ΕΚΠΟΜΠΗ ΜΟΝΚΙΕ




Στην εκπομπή που είχε γίνει στο bubbleradio τον Δεκέμβριο του 2010 μου είχαν ζητήσει από το περιοδικό monkie να δώσω κάποια μουσικά κομμάτια. Αν θέλετε να ακούσετε την εκπομπή ή να δείτε το playlist πατήστε εδώ .

Να ξέρετε πάντως ότι είναι λίγο διαφορετικά από τα συνήθη "πειραματικά" μου ακούσματα, ώστε να είναι πιο ευάκουστα και ραδιοφωνικά. Ελπίζω να σας αρέσει.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010


Global Ear: Thessaloniki
Article published with the Wire's issue, April 2010

In the socio-cultural studies of urban history, the urban space is represented in a variety of perceptions. By the mental perceptions, through the visualization of the city’s environment and how it is depicted in the individuals’ minds through their daily images. The material perceptions, which describe how the material and built environment is a representation of the cultural, social and political relations among the inhabitants. And finally, through the social relations and their representational practices, such as markets, celebrations, daily politics that form the attitudes and values of citizens.
These days Greece is very popular for the international news headlines. But unfortunately not for its summer resorts, as it used to be. The accumulated public deficit of the Greek economy has made the European Union and other international organizations, such as the IMF, to impose strict regulations on the socialist Greek government to improve its financial situation.
Recession doesn’t make exceptions, and Thessaloniki seems to prove the rule. Situated in northern Greece, it’s a city with low levels of development and increasing unemployment rates, especially among the young. With no industrial base to speak of, its economy is founded on small shops and self-employed businesses; socio-politically speaking, it’s a mixture of conservatism and the increasing inequalities that have transformed many areas into ghettos, mainly inhabited by migrants. Mark Mazower’s book on Thessaloniki – Salonika: The City Of Ghosts – refers to the different ethnicities and nationalities (mainly Jewish and Muslims) that used to make up Thessaloniki, but today little remains of the city’s cosmopolitanism. In addition, there isn’t much immediate evidence of contemporary culture. In music, especially, there is a glaring lack of venues.
However, down a small road close to the end of the market on Tsimiski Street, on the first floor of a multi-storey building, a venue called Protos Orofos (transl. First Floor) stages music events, many of them experimental. In February it played host to Mohammad, a trio consisting of improvising cellist Nikos Veliotis, composer and sound engineer Coti K, and Ilios, an artist operating at the extremes of sound and image. Mohammad explore the philosophical trend of ‘Kullu Wahad’, which in Arabic means ‘all one’, though in Greek jargon it is commonly used to describe a messy situation. However, in performance the Arabic definition comes closer to describing their work. The trio started with a haunting, echoing noise and a long sustained tone that created multiple reverbs in the room. The continuous low humming sound provided a vivid sound texture penetrating not only the whole space in Protos Orofos but also the organs of everyone in it, in effect creating an ‘all one’ – a Kullu Wahad.
This is not the first time Coti K and Nikos Veliotis have collaborated. As Texturizer, the duo have released two albums – their first album Texturizer, and 7 (reviewed in The Wire 274), both released on the Athens based Antifrost label. But Coti K and Ilios have also worked together in the past in another project, Harmonium Sisso Orchestra, alongside third member Xabier Erkizia – a project that involves three harmoniums connected to laptops, providing a rich spectrum of drones through their instruments.
Protos Orofos is not a music scene. During the day it functions as a graphic design studio. In the evening live events, you can find yourself surrounded by flyers, leaflets and pamphlets, with books about graphics and visual effects lining the shelves. Asking Sotiris Gekas, one of the people who run Protos Orofos, why he and his colleagues are providing their working space to host such events, he simply says that “there is an absence of formal venues in Thessaloniki for artists involved in experimental music to perform and promote their work. So this is what Protos Orofos tries to do.”
Since September 2007, many artists from the local underground scene have held live performances at Protos Orofos. One of them is Anastasios Kokkinidis, aka Emdy, a composer, producer and musician, residing in Thessaloniki. Emdy is a member of ESSIM (Hellenic Electroacoustic Music Composers Association), and after completing an MA in Composing for Film and Television at Kingston University in London, visual art has a major influence in his compositions. Apart from Protos Orofos, he has performed under the auspices of the State Museum of Contemporary Art, with Spyros Polychronopoulos (aka Spyweirdos), in a performance that took place in the Port of Thessaloniki and featured interactions between video and sound performance. Emdy’s music mainly consists of electronic and electroacoustic compositions. On a 7” split release for local record label Gracetone Recordings, Emdy included field recordings from cats’ voices recordded in a specific area of Thessaloniki called Ano Poli (Upper Town).
Eventless Plot is another local music group that have released a 7” split record on Gracetone, with Mecalinaeden, an Italian multi-instrumentalist based in London (see The Wire 264). Eventless Plot is a three-member unit, and their music is a mixture of processed guitars, synths and computer software. Their first album is called Ikon, and was recorded for another local label, Granny Records, a very active operation initiated in 2005, and consisting of members of Eventless Plot and members of another local outfit, Good Luck Mr Gorsky. These two groups performed live together an improvised soundtrack at the 49th Thessaloniki International Film Festival in 2008, during the live screening of the Swedish movie The Phantom Carriage (1921), directed by Victor Sjöström. Good Luck Mr Gorsky’s last stage appearance was at Protos Orofos in December 2009. (Their name alludes to the urban legend – utterly untrue – that Neil Armstrong uttered that phrase after taking his first steps on the Moon, in response to a neighbour whose wife promised him oral sex only “when the kid next door walks on the Moon”.) GLMG’s sole release is a split record with Eventless Plot on Granny, including three tracks from each group. Their music is an experimental blend of power electronics, laptop processing and extremely delicate guitars, with slow development creating a shimmering Ambient backdrop. Savvas Metaxas (guitar, electronics), a core member of the group, also releases his own music under the name Inverz. Acknowledging the strong influence of Viennese electronic musician Fennesz, Metaxas says, “The difference with Gorsky is that I use more guitar drones and field recordings, and in general it is more abstract; there is a great absence of rhythm.”
In recession the underground scene of Thessaloniki must be one of the very few things that prosper. Announcements of live events at Protos Orofos are accompanied with Gekas’s phrase “Entrance is free, but please bring your own drink”. In addition,
most of these artists are not getting paid for their performances. So when the economic crisis is over the aftermath of recession will be an other cultural trend. And probably this is an optimistic exception to the current economic situation.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

ΣΥΧΝΟΤΗΤΕΣ ΕΥΤΟΠΙΑΣ

Η συζήτηση είναι παλιά. Κατά κάποιον τρόπο ξεκινά από τις πρώτες μεγάλες τεχνολογικές καινοτομίες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που δεν θεωρεί μια από τις σημαντικότερες εφευρέσεις την τηλεόραση, και αργότερα την ενσωμάτωση του ήχου στην εικόνα. Ο αντίλογος αφορά μόνο τους νοσταλγούς του Buster Keaton, τα πλακάτ με τους διαλόγους, και αυτούς του βωβού κινηματογράφου. Αργότερα έγιναν οι ταινίες του Jacques Tatti. Πολλοί θεωρούν τις ταινίες του ότι αποτελούν ένα συνδυασμό του κινηματογράφου του Buster Keaton και του πρωτοεμφανιζόμενου ομιλημένου κινηματογράφου. Όμως ο σκοπός του Τατί δεν ήταν πάντα αυτός. Σε πολλά κείμενα σχετικά με την ταινία του “Ο Θείος Μου”, αναφέρεται και ο όρος “ηλεκτροακουστικός κινηματογράφος”, επηρεασμένος από το concrete musique και τους ήχους που αναπαράγονται από τα διάφορα αντικείμενα κατά τη διάρκεια της ταινίας. Έτσι, ο Τατί, εκτός από το να σχολιάζει την τότε γαλλική κοινωνία, μοιάζει σαν να κραυγάζει, και να καλεί τους θεατές να προσέξουν τους ήχους της καθημερινότητας, και ότι η εικόνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δείξει τι ήχοι αναπαράγονται από αντικείμενα που χρησιμοποιούμε στη καθημερινότητα μας.

Ο Τατί αποτελεί ένα παράδειγμα για την σπουδαιότητα του ήχου, αλλά και για τη σχέση και αντίφαση μεταξύ εικόνας και ήχου. Όμως η εικόνα πήγε πολύ πιο μακριά, με το επίπεδο της τηλεόρασης που βιώνουμε σήμερα. Στην εμφάνιση της τηλεόρασης μεγάλος χαμένος σίγουρα αποτελεί το ραδιόφωνο, ενώ το φαντασιακό που δημιουργούσε ο ήχος στον ακροατή περιορίστηκε από την επιφάνεια της εικόνας. Η συμβίωση ραδιοφώνου και τηλεόρασης είχε κυρίαρχο την τηλεόραση, και την διευκόλυνση που παρέχει ο συνδυασμός ήχου και εικόνας. Το ραδιόφωνο αποκτά ρόλο κομπάρσου στα μέσα, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται και η ποιότητα του. Ανάμεσα σε αυτά και τα όρια που εκτείνεται η φαντασία των ανθρώπων. Μετέπειτα και η ίδια η ζωή. Η πληροφορία σταμάτησε να επεξεργάζεται, και η εικόνα είναι η πραγματικότητα; αυτό που προσδιορίζει τα πάντα. Oι περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί μας συντροφεύουν στα ψώνια, στο καφέ, και στη προετοιμασία του μουσακά. Δεν δίνουμε σημασία σε αυτά που λέγονται στο ραδιόφωνο, αλλά απλά χτυπάμε το πόδι μας στο ρυθμό που ακούμε κάνοντας κάτι άλλο την ίδια στιγμή.

Φυσικά το ραδιόφωνο δεν ήταν έτσι στα καλά του χρόνια. Δεν υπήρχαν τηλεοπτικά σήριαλ, γραμμένα στο πόδι, όπως σήμερα. Αντίθετα υπήρχαν ραδιοφωνικές διηγήσεις, διάλογοι κειμένων, και εκπομπές με συγκεκριμένο περιεχόμενο, χωρίς αόριστες φλυαρίες, σε σύγκριση με το σήμερα όπου οι μουσικοί παραγωγοί σχολιάζουν το παραμικρό που παρατηρούν. Όμως αυτό που παρατηρούν δεν είναι αυτό που όντως συναντάται στην πραγματικότητα. Το καθημερινό, ο δημόσιος χώρος, το πραγματικό είναι πλέον το διαφορετικό, το άγνωστο. Και οι περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί δεν το περιγράφουν, αλλά το αγνοούν. Και για να το βρει κάποιος πρέπει να τα αναζητήσει πολύ περισσότερο και βαθύτερα από τα ερείσματα που του παρέχουν τα δημοφιλή μέσα.

Ο Resonance Fm είναι ένας ραδιοφωνικός σταθμός που μπορεί να περηφανεύεται ότι όντως παρουσιάζει κάτι διαφορετικό, συγκριτικά με τους άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αυτό φάνηκε από τα πρώτα του βήματα, όταν ξεκίνησε σε ένα πολύ μικρό studio στο Λονδίνο, με ελάχιστα χρήματα. Μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να λειτουργήσει κυρίως με χρηματοδότησεις ακροατών και μη, ενώ έχει αυξήσει σημαντικά και την εμβέλεια του. Αλλά μήπως είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος; Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα πολλών νοσταλγών του πειρατικού ραδιοφωνικού, η απάντηση είναι ότι όχι, δεν είναι οι πρώτοι. Αλλά σίγουρα είναι από τους λίγους σταθμούς που ασχολούνται με τις μειονότητες οργανώνοντας και παρουσιάζοντας τα προβλήματα τους; με τον δημόσιο χώρο, αυτόν δηλαδή που καθημερινά κυκλοφορούμε; την σύγχρονη τέχνη, και τα every-day politics. Αρχικά σκόπευα να γράψω περισσότερα για τον Resonance, αλλά μετά από κάποιες ερωτήσεις που έκανα σε δυο άτομα άμεσα συνδεόμενα με τον σταθμό, θεώρησα ότι οι απαντήσεις που μου δόθηκαν είναι αρκετές για να καταδείξουν την φιλοσοφία του σταθμού.
Ο πρώτος που απάντησε στις ερωτήσεις μου είναι ο Ed Baxter, διευθυντής προγράμματος στον Resonance, και ο δεύτερος ο Miguel Santos παραγωγός και παρουσιαστής της εκπομπής «Atlantic Waves», που παρουσιάζει πειραματική μουσική από όλο τον κόσμο, και έχει και μια άλλη εκπομπή, το «Sleeping Dogs Lie», που ασχολείται περισσότερο με την ambient μουσική.

Κώστας Κοκκάς: Πρώτα από όλα, πρέπει να ομολογήσω ότι από το 2003 που άκουσα για πρώτη φορά Resonance ήμουν πάντα πολύ περίεργος να μάθω περισσότερα για αυτό το ραδιοφωνικό σταθμό. Καταρχήν, από όσο γνωρίζω σήμερα οι κύριοι φορείς χρηματοδότησης του σταθμού είναι οι ακροατές. Πως ξεκίνησε αυτός ο σταθμός; Θέλω να πω με τι οικονομικά μέσα, και οι ποιοι ήταν οι άνθρωποι που ήταν πίσω από την ιδέα αυτού του ραδιοφωνικού σταθμού;

Ed Baxter: Ξεκίνησε το 2002. Ο οργανισμός που κατέχει και την άδεια λειτουργίας του σταθμού είναι το London Musicians’ Collective (LMC), μια φιλανθρωπική οργάνωση που στηρίζει το έργο avant-garde μουσικών. Από τότε ο Resonance έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο σημείο που τώρα ουσιαστικά έχουν δαπανηθεί οι πόροι του LMC. Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας του σταθμού ήταν το 1998, όταν ο Phil England και εγώ αποκτήσαμε άδεια μετάδοσης και τότε για πρώτη φορά ο ραδιοφωνικός σταθμός ονομάστηκε Resonance FM, και μεταδόθηκε για ένα μήνα μόνο. Μετά από αυτό οι Mick Ritchie, Tom Wallace, Knut Aufermann and Sarah Washington δημιούργησαν πολλά podcasts στο LMC Sound, το στούντιο που διαχειριζόταν ο Mick στο LMC. Το 2002 η επανασύνδεση του σταθμού συγκέντρωσε όλα αυτά τα άτομα, μαζί με πολλούς άλλους συνεργάτες. Η ιδέα ήταν του Phil αρχικά, και στη συνέχεια αναπτύχθηκε από εμένα και πολλούς άλλους.


Κ.Κ. Πού στεγάζεται ο σταθμός; Έχετε πολυτελή στούντιο, και πόσο προηγμένη είναι η τεχνολογία που χρησιμοποιείτε;

Ε.Β. Όχι, είναι μικρό, πολύ μικρό. Σε ένα παλιό Βικτωριανό σπίτι, διώροφο, και η γραμμή του μετρό περνά κάτω από αυτό. Ξοδέψαμε όλα μας τα χρήματα για τον εξοπλισμό του σταθμού, ο οποίος είναι υψηλής ποιότητας, αλλά επιρρεπής στο να παρεκτρέπεται.


Κ.Κ. Σε αντίθεση με άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς που χρησιμοποιούν εθελοντές ως κομμάτι ενός συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης (πρακτική άσκηση κ.λπ.), ένα μεγάλο μέρος του προγράμματος και οργάνωσης του σταθμού βασίζεται σε εθελοντές. Είναι ένα είδος πολιτικής που ακολουθεί ο σταθμός, και η οποία βασίζεται στην εθελοντική συνεισφορά; Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα ραδιοφωνικό σταθμό ή ένα είδος συλλογικότητας, ελεύθερο για τον καθένα που θέλει να ενταχθεί σε αυτό το σταθμό;

Ε.Β. Είναι αυτό που είναι. Αυτό είναι ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα, αν υπονοείς ότι υπάρχει κάτι παράδοξο στο χώρο εργασίας. Είναι ένας σταθμός –κοινότητα. Βασίζεται σε εθελοντές (υπάρχουν μόνο τρία μέλη του προσωπικού) και τους ενθαρρύνουμε να λαμβάνουν αποφάσεις, να μάθουν πώς να είναι αυτόνομοι, να αναλάβουν τον έλεγχο των πραγμάτων όσο γίνεται κατά το δυνατόν - ή τουλάχιστον τα πράγματα που πραγματικά θέλουν να ελέγχουν. Βεβαίως, υπάρχει κάποιος συντακτικός έλεγχος και υπάρχουν κανόνες, έτσι δεν είναι ελεύθερο για όλους ακριβώς. Αλλά αυτό απαιτεί ανθρώπους να εμπλακούν και ο ρόλος του προσωπικού είναι να τους επιτρέψει να κάνουν ραδιόφωνο.


Κ.Κ. Sound art, ηχογραφήσεις πεδίου, Musique concrete, και άλλα είδη της τέχνης που είναι μακριά από αυτό που είναι ευρέως ονομάζεται "mainstream", οπότε δεν είναι και πολύ δημοφιλή. Είναι σημαντικότερο για τον Resonance να προωθεί το είδος της τέχνης που θεωρεί ως πιο σημαντικό ή πιο καλλιτεχνικό, είστε πιο εκλεκτικοί, ή απλώς θέλετε να προσελκύσετε συγκεκριμένο κοινό;

Ε.Β. Θέλουμε να προσελκύουμε πολλά διαφορετικά είδη ακροατηρίων και δεν μας πειράζει να μην μας ακούνε πολλά ακροατήρια επίσης. Αν αυτό είναι κάτι που θεωρούμε ενδιαφέρον ραδιόφωνο, τότε αυτή η εκπομπή κάνει. Το περισσότερο ραδιόφωνο είναι τόσο βαρετό που είναι αδύνατο για κάθε πρόσωπο του οποίου ο εγκέφαλος είναι ενεργός να το ακούσει. Ο Resonance υποθέτει ότι το κοινό του είναι πιο έξυπνο, ανοικτόμυαλο και διερευνητικό από τους ανθρώπους που το διαχειρίζονται. Έχουμε αρκετά τεκμηριωμένες θεωρητικές ιδέες για το τι είναι καλή και κακή τέχνη, το οποίο είναι υπερβολικά πολύπλοκο για να υπεισέλθω σε αυτό, αλλά αποδεικνύεται στην πράξη αυτό που κάνουμε.


Κ.Κ. Έχω παρατηρήσει ότι στο πρόγραμμα υπάρχουν πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές για διαφορετικούς πολιτισμούς, εθνότητες, χώρες κλπ. Έχει να κάνει με ένα είδος ιδεολογίας ή ιδεών που ακολουθείτε; Θα λέγατε ότι οι ιδέες σας σχετικά με αυτό το σταθμό είναι πιο ιδεολογικά συνδεδεμένες με αριστερές ή φιλελεύθερες αντιλήψεις;

Ε.Β Στην πραγματικότητα απλώς αντανακλούμε το γεγονός ότι το Λονδίνο είναι μια πόλη περίπου τριακοσίων διαφορετικών γλωσσών. Δεν έχουμε ένα σταθερό πρόγραμμα και προγραμματισμός γίνεται με έναν σχεδόν φαντασιακό τρόπο. Ναι, είναι σαφώς φιλελεύθερο, έτσι δεν είναι;


Κ.Κ. Ποια είναι η σχέση σας με την πολιτική; Υπάρχει μια δυνατή σχέση ή θα προτιμούσατε να λέτε ότι είστε πιο ευαίσθητοι σχετικά με κοινωνικά θέματα;

Ε.Β. Είμαστε ιδιαίτερα ανήσυχοι σχετικά με την πολιτική φύση των δραστηριοτήτων μας υπό την γενική έννοια του όρου. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό απογοητευμένοι από τις κυβερνήσεις. Θέλουμε να ενθαρρύνουμε μια ευρεία ποικιλία απόψεων, να προωθήσουμε την ελευθερία του λόγου, και εξετάζουμε το πολιτικό περιεχόμενο αυτού που κάνουμε. Οι εκπομπές έχουν ένα κοινωνικό και πολιτικό νόημα, αλλά μάλλον σε χαμηλά επίπεδο, και δεν ασκούν επιρροή, αλλά πάντα ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να είναι αυτόνομοι, γενναιόδωροι και φιλόξενοι. Το potlach είναι το μοντέλο για το οποία θα αγωνιστούμε.


Κ.Κ. Σχετικά με την μεγάλη προβολή διαφόρων πολιτισμών και εθνικών ταυτοτήτων από τον σταθμό, θα έλεγες ότι ο Resonance είναι ένας παγκόσμιος ραδιοφωνικός σταθμός; Θα αποκαλέσετε τους εαυτούς σας ως πολίτες του κόσμου, Βρετανούς, Ευρωπαίους ή κάτι άλλο;

Ε.Β. Το όλο project ασχολείται με το Λονδίνο και παρουσιάζει ό, τι ο κριτικός Kodwo Eshun αποκαλεί «προκλητική διανοητική στενότητα". Όμως το Λονδίνο έχει μια τοπική, εθνική, διεθνή και παγκόσμια σημασία: είναι ένα είδος πρίσματος μέσω του οποίου τα πολλά πράγματα παρατηρούνται και φιλτράρονται. Ναι, είμαστε McLuhanites, χωρίς αμφιβολία.


Κ.Κ. Η πρώτη λέξη που έρχεται στο νου όταν σκέφτομαι Resonance είναι, η λέξη "διαφορετικό", σε σύγκριση πάντα με άλλους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ποια είναι η ανταπόκριση των ακροατών σε αυτό το "διαφορετικό", και έχει απήχηση;

Ε.Β. Είναι αναγκαίο. Φαίνεται ανούσιο σε εμάς, να κάνουμε ότι κάνουν οι άλλοι ραδιοφωνικοί σταθμοί (που το κάνουν καλύτερα, σε κάθε περίπτωση), οπότε κάνουμε αυτό που θέλουμε. Είναι σκόπιμα διαφορετικό: απορρέει από την γενικότερη απογοήτευση και πλήξη.


Κ.Κ. Η Μεγάλη Βρετανία είναι μία από τις χώρες που υπέστησαν πολλές από τις συνέπειες της κρίσης. Έχετε παρατηρήσει κάποια αλλαγή στη στάση των Βρετανών και της κοινωνίας στο σύνολό της; Οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο συντηρητικοί, όπως το αποτέλεσμα των Ευρωπαϊκών εκλογών έδειξε; Μήπως αυτό έχει αρνητική επίπτωση στο Resonance και την προώθηση των τεχνών;

Ε.Β. Η χώρα κινείται προς τα δεξιά. Είναι ασαφές πώς αυτό θα επηρεάσει μας. Όλοι ζουν στο φόβο, ιδίως εκείνων που έζησαν την εποχή της Thatcher.


Κ.Κ. Με τι κριτήρια αποφασίζετε για το περιεχόμενο των εκπομπών του ραδιοφώνου, και το άτομο που θα την παρουσιάσει;

Ε.Β. Τα άτομα μας προσεγγίζουν με μια ιδέα και στη συνέχεια την βελτιώνουμε είτε μαζί τους, είτε τους αφήνουμε να πάρουν το δρόμο τους με ένα ελάχιστο πλαίσιο προτάσεων σύνταξης. Ψάχνουμε για μια πολύ περιορισμένη γκάμα ατόμων: παθιασμένοι, θιασώτες, εμπειρογνώμονες - αυτά είναι τα είδη των ανθρώπων που θέλουμε να συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Οι άνθρωποι που μας γράφουν λέγοντας, "έχω μια εκλεκτική συλλογή δίσκων" δεν μας αφορούν. Δεν μας ενδιαφέρουν τα playlists, οι επίσημοι ραδιοφωνικοί κανόνες, η επανάληψη ή το προφανές. Θέλω να με εκπλήσσει, να με μπερδεύει και να με μορφώνει – έτσι απλά.


Kώστας Kοκκάς: Καταρχάς, θα ήθελα να σε ρωτήσω για τη εκπομπή σου στον Resonance, "Atlantic Waves". Πώς επέλεξες το συγκεκριμένο τίτλο για τη ραδιοφωνική σου εκπομπή; Atlantic είναι για τη μουσική από άλλες χώρες και το Waves (συχνότητες, ραδιοκύματα) γιατί είναι πιο κοντά με το είδος της μουσικής που προωθείς;

Miguel Santos: Η ονομασία της εκπομπής προήλθε από το φεστιβάλ που έκανα στο Λονδίνο από το 2001 έως το 2008: το Atlantic Waves Festival. Ήταν μια αναφορά και στα δύο κύματα; του ωκεανού και τα ηχητικά κύματα. Για να μεταβείτε από το Ηνωμένο Βασίλειο προς οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, θα πρέπει να φτάσετε μέσω των Ατλαντικών Κυμάτων. Έτσι, κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε ο τίτλος Atlantic Waves. Και επειδή η εκπομπή προωθεί μουσική από όλο τον κόσμο, φαίνεται κατάλληλος τίτλος.

Κ.Κ. Πόσο δύσκολο είναι να βρείς, ας πούμε "καλή μουσική" από όλο τον κόσμο και την ίδια στιγμή να είναι πιο σύγχρονη, πειραματική ή avant-garde; Δίνεις ιδιαίτερη έμφαση αν είναι πειραματική ή από μια άλλη χώρα;

M.S. Για να είμαι ειλικρινής, είμαι συνηθισμένος σε αυτό, όπως κάνω για περίπου 20 χρόνια. Έτσι δημιουργείς δεσμούς με το χρόνο και, στη συνέχεια, ζώντας στο Λονδίνο, σε αυτή τη πολυπολιτισμική πόλη, τείνεις να συναντάς ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Το γεγονός ότι εγώ επίσης διοργανώνω ένα διεθνές φεστιβάλ εδώ στο Λονδίνο φαντάζομαι βοηθάει πάρα πολύ. Μερικές εκπομπές είναι πιο πειραματικές από άλλες, κάποιες φορές κάνω «ριζοσπαστικές» εκπομπές με πειραματική μουσική, και κάποιες άλλες φορές παίζω περισσότερο world music. Και αυτό το καλοκαίρι σκοπεύω να κάνω μερικές εκπομπές και για τη χορευτική μουσική. Βέβαια, δεν είναι mainstream μουσική, αλλά πραγματικά δεν το βλέπω ούτε ως πειραματική μουσική. Απλά το αποκαλούμε "εξερευνητική μουσική" (exploratory music) (ένας όρος που πρωτοάκουσα το 2000) ...

Κ.Κ. Πώς αποφασίζεις να συμμετέχεις σε είδη μουσικής που δεν είναι, σε γενικές γραμμές, πολύ δημοφιλή; Πώς αναπτύχθηκε αυτό το πάθος σε εσένα; Μήπως από τη ενασχόληση σου με την τέχνη και τη μουσική, ή και λόγω εθνικής καταγωγής;

M.S. Δεν πιστεύω ότι αφορά την εθνική προέλευση. Είναι πραγματικά αυτό με το οποίο μεγάλωσα. Πάντα είχα μια ενεργητική στάση απέναντι στην μουσική, πάντα, έψαχνα την μουσική αντί μόνο να καταναλώνω ότι μου έδιναν στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση ή τις εφημερίδες. Είμαι περίεργος για άλλους τρόπους δημιουργίας μουσικής, άλλους πολιτισμούς, και απολαμβάνω το να μαθαίνω από την εν λόγω ποικιλομορφία. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι τόσο πλούσιος που για μένα είναι μια τέτοια ευχαρίστηση να μαθαίνω περισσότερα για πράγματα που δεν ξέρω ...

Κ.Κ. Είναι ο Resonance ο ιδανικός σταθμός για να φιλοξενήσει μια ραδιοφωνική εκπομπή σαν τη δική σου; Το γεγονός ότι δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην μουσική από άλλες χώρες είναι πιο κοντά στον "χαρακτήρα" του Atlantic Waves; Υπάρχει κάτι που σε προσέλκυσε στο Resonance;

M.S. Ναι, ο Resonance είναι ο ιδανικός σταθμός για την εν λόγω εκπομπή. Θεωρώ τον Resonance έναν από τους καλύτερους σταθμούς στον κόσμο, λόγω της ελευθερίας του προγράμματος, και ότι μπορείτε να ακούσετε πολλά διαφορετικά πράγματα. Είναι σε μεγάλο βαθμό ένας ραδιοφωνικός σταθμός της τέχνης. Δεν κυριαρχείται από playlists που θα βρείτε στα περισσότερους εμπορικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και τα περισσότερα από τα προγράμματα είναι του ίδιου του παραγωγού. Γνωρίζω τον Resonance από τις πρώτες του ημέρες και πάντοτε θαύμαζα το έργο του, οπότε η έλξη ήταν αναμενόμενη. Να αναφέρω, επίσης ότι, κάνω και μια δεύτερη εκπομπή στον Resonance, που ονομάζεται "Sleeping Dogs Lie (αργά την Πέμπτη, νωρίς την Παρασκευής), αφιερωμένη στην ambient μουσική. Είναι άλλο ένα από τα πάθη μου ...


Κ.Κ. Επίσης οργανώνεις το " London International Festival of Exploratory Music ".
Είναι αυτό ένα είδος συνέχειας του Atlantic Waves Festival; Και αν δεν είναι, τι είναι διαφορετικό και συναρπαστικό στο LIFEM;

M.S. Ναι, το LIFEM συνιστά συνέχεια της προηγούμενης δουλείας μου με το Atlantic Waves festival. Ενώ το Atlantic Waves festival ήταν πολύ επικεντρωμένο γύρω από την προώθηση της πορτογαλικής μουσική και μουσικούς που αλληλεπιδρούν με τους διεθνείς ομολόγους τους, το LIFEM αποτελεί ένα καθαρά καινοτόμο διεθνές φεστιβάλ – κατά το τρέχον έτος, στο ντεμπούτο του, μπορείτε να δείτε μινιμαλιστική avant chamber pop, Inuk snow songs, ice folk και throat singing από τον Καναδά και τους Εσκιμώους της Γροιλανδίας, παλαιές και νέες διασκευές παγκόσμιας μουσικής από τον συγκινητικό κόσμο της μουσικής της Ιρλανδίας, της Τουρκίας, του Ιράκ και της Κίνας, τους νεότερους εξωτικούς Λατινικό-electro ήχους από τη Βραζιλία, Γίντις, Σεφαραδίτικες, παλιά Klezmer και περισσότερο από το Ισραήλ, τη Σερβία και την Πολωνία, και εξαίσια οργανική electronica από την Ιαπωνία. Το Φεστιβάλ έχει επίσης πέντε αστέρων οπτικοακουστικά προγράμματα, όλα πρεμιέρες στο Ηνωμένο Βασίλειο, με βραβευμένους καλλιτέχνες. Από τη μουσική πλευρά, το ήμισυ των συναυλιών είναι κατά πολύ πρεμιέρες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το LIFEM είναι μια γιορτή της εμπνευσμένης και των οριακά-επεκτεινόμενων μουσικών εξερευνήσεων - σίγουρα δεν πρόκειται για παραδοσιακή τζαζ ή παγκόσμιο μουσικό φεστιβάλ. Το LIFEM σας εκπλήσσει, σας ενθουσιάζει, μαθαίνετε για τη μουσική που δεν έχετε δει και ακούσει πριν ή δεν είχατε πολλές ευκαιρίες να δείτε ζωντανά.


Κ.Κ. Απ 'όσο γνωρίζω είσαι από την Πορτογαλία. Πιστεύετε ότι σε σύγκριση με άλλες περιοχές στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Λονδίνο είναι το ιδανικό μέρος για έναν ξένο να ζει και να λαμβάνει μέρος στη βιομηχανία των τεχνών; Οι πολίτες του Λονδίνου είναι δεκτικοί των εκδηλώσεων που οργανώνετε για την παγκόσμια μουσική;

M.S. Ναι, γεννήθηκα στην Πορτογαλία, αλλά ζω στο Λονδίνο τα τελευταία 12 χρόνια. Το Λονδίνο, όπως προανέφερα, είναι σε μεγάλο βαθμό μια πολυπολιτισμική μητρόπολη και αυτό είναι ακριβώς ένας από τους λόγους που με ελκύει , συν την εκπληκτική προσφορά σχετικά με την μουσική, τον χορό, τις τέχνες, κλπ. Μόνο από την άποψη των συναυλιών, έχει κατά μέσο όρο 700 συναυλίες ανά εβδομάδα, στο Λονδίνο και μόνο. Υπάρχουν λίγες πόλεις στον κόσμο που έχουν τόσο μεγάλη και διαφορετική πολιτιστική προσφορά. Σχετικά με τους πολίτες του Λονδίνου, εγώ το βλέπω περισσότερο ως το σύνολο των διεθνών κοινοτήτων που ζουν στο Λονδίνο. Οπότε, από τη φύση τους ενδιαφέρονται για την παγκόσμια μουσική και τις εκδηλώσεις που οργανώνω και διαχειρίζομαι.


Κ.Κ. Ποιος είναι ο ήχος του Λονδίνου; Είναι ο αστικός, ο πολυεθνικός, πειραματικός ήχος, η σιωπή, ή κάτι άλλο;

M.S. Ενδιαφέρουσα ερώτηση ... όπως κάθε πόλη έτσι και το Λονδίνο έχει το δικό της χρώμα, φως, οσμή, ήχο ... μία από τις συνηθισμένες καταστάσεις θα βρεις και στο Λονδίνο όταν περπατάς στο δρόμο ή ταξιδεύεις με το λεωφορείο, μπορείς να ακούσεις όλες τις γλώσσες και σε όλα τα είδη προφορών. Το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αυτό είναι μέρος του ήχου της πόλης. Μετά έχετε και τα άλλα είδη, τους αστικούς ήχους όπως και ήσυχα μέρη με σιωπή, όπως τα πολλά υφιστάμενα πάρκα στο Λονδίνο. Ένας άλλος κοινός ήχος στο Λονδίνο, θα γελάσετε σχετικά με αυτό, είναι ο ήχος της βροχής. Και ένας άλλος ήχος που μου αρέσει αρκετά είναι ο ήχος των κυμάτων του Τάμεση στις ακτές. Και τους ειδικούς ήχους που μπορείς να βρεις στις όχθες του ποταμού, στα κανάλια κάνοντας βόλτες ...


8. Το τελευταίο αποτέλεσμα των Ευρωπαϊκών εκλογών έδειξε μια τάση προς συντηρητικά και κεντροδεξιά πολιτικά κόμματα. Πιστεύετε ότι αυτό μπορεί να έχει συνέπειες στην παγκόσμια μουσική, την στάση έναντι μεταναστών και των τεχνών συνολικά;

Ναι, μπορεί να έχει και είναι αρκετά επικίνδυνο, καθώς τα παραδοσιακά κόμματα και τα κόμματα της συντηρητικής δεξιάς κόμματα είναι λιγότερο ευνοϊκά για πολιτιστικές εκδηλώσεις, από ό, τι είναι οι αριστερές παρατάξεις. Αλλά θα πω ότι δεν πολύ ενδιαφέρομαι για την πολιτική. Στην πραγματικότητα μισώ την πολιτική και τους πολιτικούς, καθώς ποτέ δεν λένε την αλήθεια, ποτέ δεν λένε τι πιστεύουν. Νομίζω ότι η καλύτερη λύση για μια καλύτερη κοινωνία βρίσκεται στον πολιτισμό και όχι στην πολιτική - ο πολιτισμός συμβάλλει στο να κατανοείς τους διαφορετικούς ανθρώπους και τους πολιτισμούς τους, ενώνουν τους ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους, ενώ η πολιτική μόνο κάνει τους ανθρώπους να μισούν ο ένας τον άλλο, πόσο μάλλον όταν τα ενδιαφέροντα της πολιτικής και των πολιτικών είναι συχνά περισσότερο οικονομικά παρά κοινωνικά ή πολιτιστικά.

Ως ένας άνθρωπος που έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές «αντιραδιοφωνικός», λόγω των μουσικών μου προτιμήσεων και άλλων πεποιθήσεων, νιώθω ότι τα ανωτέρα λόγια θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν πολλούς στο σχεδιασμό ενός ραδιοφωνικού σταθμού, ειδικά τώρα που ανθίζει το web radio. Και αυτό γιατί ένας ραδιοφωνικός σταθμός χρειάζεται περισσότερο ανθρώπους που έχουν πάθος για κάτι, και όχι να διαφημίζει μαγαζιά που λειτουργούν στο κέντρο της αγοράς. Ίσως έτσι να μειωθεί και αυτή η κακόγουστη ραδιοφωνική ουτοπία.

Για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιευτηκε πατήστε εδώ- Τεύχος 11ο

ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΙΑΣ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η παγκοσμιοποίηση για τους περισσότερους είναι συνδεδεμένη με το ελεύθερο εμπόριο, τις ελεύθερες και γρήγορες συναλλαγές, την μετάδοση της πληροφορίας. Σπάνια κάποιος αναφέρεται στην παγκοσμιοποίηση της αρχιτεκτονικής. Ή τελικά μήπως ένας τέτοιος όρος είναι αυθαίρετος;
Ιστορικά από την εποχή της Αναγέννησης και του Μεσαίωνα πάντα υπήρχε μια τάση ανάμεσα στα διαφορετικά κράτη, διαφοροποίησης σχετικά με την αρχιτεκτονική των κτιρίων. Αρκετά από τα κτίρια αυτά, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη, υπάρχουν ακόμα, και χρησιμοποιούνται ως αξιοθέατα, για την προώθηση του τουρισμού. Αυτά τα κτίρια αναδεικνύουν την ιστορία ενός τόπου, την διαφορετικότητα και την ταυτότητα του, αλλά και των κατοίκων του.
Αργότερα έφτασε η εποχή της βιομηχανικής επανάστασης - εποχή της κυριαρχίας του μετα-καπιταλισμού. Για να στεγαστούν οι νέες μονάδες παραγωγής δημιουργούνται βιομηχανικά κτίρια. Ο σχεδιασμός δίνει τη θέση του στην σκοπιμότητα και τη συμβατότητα των κτιρίων για τους σκοπούς της βιομηχανικής παραγωγής. Βιομηχανικές εγκαταστάσεις που διατηρούνται μέχρι σήμερα που υπενθυμίζουν ακόμα αυτή τη περίοδο, που έθεσε τις βάσεις του καπιταλισμού.
Ακολουθεί τον 20ο αιώνα η συσσωρευμένη αποκέντρωση. Νέα σχέδια κατοικιών δημιουργούνται με στόχο την εξοικονόμηση του χώρου στις πόλεις, και γίνεται η πρώτη εμφάνιση των πολυκατοικιών. Οι πόλεις δεν αποτελούνται από έναν χώρο, αλλά από περιοχές που σε προηγμένες καπιταλιστικές χώρες παίρνουν τη μορφή διαχωρισμού των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Η εποχή της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής έφτασε.
Με την εδραίωση της παγκοσμίως η μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική είναι η συνηθισμένη αρχιτεκτονική, των καθημερινών κτιρίων, χωρίς κάποια εξέλιξη ή πρωτοτυπία στο μοντέρνο σχεδιασμό της αρχιτεκτονικής των πόλεων. Για την εδραίωση της, μεγάλες περιοχές πόλεων κατεδαφίζονται και αντικαθίστανται από κτίρια αστικής ανακαίνισης, που κατασκευάζονται με τον τρόπο που θέλει ο εργολάβος και όχι ο αρχιτέκτονας. Η διαφοροποίηση των πόλεων εξαφανίζεται και τα μεγάλα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα σπανίζουν. Ακόμα και αν ένα κτίριο εμφανίζεται διαφορετικό παρουσιάζεται στα αναπτυγμένα κράτη και πιο πολύ χρησιμοποιείται για να αναδείξει την οικονομική ανάπτυξη ενός κράτους. Τα παραδείγματα παγκοσμιοποίησης βρίσκονται παντού και το shopping κυριαρχεί.
Η εξέλιξη των πόλεων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης μόνο ενός επιστημονικού πεδίου, και γι’ αυτό εκτός από την αρχιτεκτονική έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και από άλλες επιστήμες, όπως η κοινωνιολογία, η οικονομία και η ανθρωπολογία. Όμως η εύρεση των διακριτών χαρακτηριστικών των πόλεων μπορεί να γίνει μέσω της μελέτης του ήχου, της φιλοσοφίας, της τέχνης, και των εικαστικών τεχνών, όπου ερευνώνται τα χαρακτηριστικά των πόλεων σήμερα. Βέβαια χρησιμοποιώντας ένα από αυτά τα πεδία αυτό δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με όρους αρχιτεκτονικής και δόμησης. Όμως προσφέρουν περισσότερη στην κατανόηση της ανάπτυξης των πόλεων. Και αυτό γιατί παρά την παγκόσμια ομοιομορφία των πόλεων πολλοί καλλιτέχνες προσπάθησαν μέσα από τα έργα τους να αναδείξουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πόλεων, την ιστορικότητα, την παράδοση και τον πολιτισμό τους, αλλά και πως τα κτίρια εκτός από χώρο κατοίκησης μπορούν να γίνουν μέρος του ίδιου του καλλιτεχνικού έργου.

Η αναπαράσταση της πόλης και ο ήχος που αποτυπώνεται στο παρελθόν της

Πολλοί καλλιτέχνες ενδιαφέρθηκαν να μελετήσουν την ταυτότητα και ιστορία των πόλεων, και πως αυτή έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα Ένας από αυτούς είναι ο David Kristian, ο οποίος στο album του Ghost Storeys, που κυκλοφόρησε το 2005, ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα της ταυτότητας των κατοίκων μιας πόλης και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία παρίστανται από τα κτίρια της. Ο David Kristian βασίστηκε στην υπόθεση ότι στο εσωτερικό πολλών σπιτιών υπάρχουν φαντάσματα εξηγώντας ότι δεν εννοεί φαντάσματα τα οποία στους περισσότερους θα παρέμπεπαν σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή τρόμου. Αντιθέτως, με αυτήν την έννοια σχολιάζει την δημοκρατικότητα του χώρου, λέγοντας ότι τα φαντάσματα υπάρχουν με σκοπό να εξερευνήσουν την ιστορία και τον χώρο, τον πολιτισμό, τη προσωπική και κοινωνική ταυτότητα των κατοίκων μιας πόλης.
Το διάστημα που εργαζόταν στο συγκεκριμένο album τοποθέτησε μικρόφωνα σε κτίρια όπου άνθρωποι ζήσαν με ένταση, φόβο, μοναξιά και αβεβαιότητα. Τα φαντάσματα αυτών των ανθρώπων αποτελούν απεικονίσεις και αντικατοπτρισμοί των άϋλων επιθυμιών του ανθρώπου πέρα από το κυνήγι της απόκτησης υλικών αντικειμένων, όπως υπάρχει σήμερα στον καπιταλισμό. Η σημερινή δόμηση των πόλεων στα καπιταλιστικά κράτη, όπως κυρίως εκφράζεται από την κατασκευή κτιρίων, αφαιρεί τη ταυτότητα των ανθρώπων, και τα φαντάσματα εμφανίζονται ως οι υπάρξεις που αναζητούν τη χαμένη και πραγματική τους ταυτότητα. Πιο συγκεκριμένα ο David Kristian λέει ότι, όπως και τα φαντάσματα που προσπαθεί να ανακαλύψει, ζούμε στην αναζήτηση της “…απόλαυσης και του μαρτυρίου, όπως πλοηγούμαστε στην αστάθεια του χρόνου, του χώρου, και χάνουμε τα παραστήματα μας, το νόημα μας…στην απώλεια της πραγματικής μας ταυτότητας”.

Πολλοί καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται στην «τέχνη του ήχου» (sound art) καταφέρνουν να συνδυάσουν την πόλη με τον ήχο, και μια έννοια γύρω από το πλαίσιο των χαρακτηριστικών, της ευρύτητας και ποικιλομορφίας μιας πόλης. Όμως σε αντίθεση με τον David Kristian, δεν ασχολήθηκαν με ζητήματα ταυτότητας, αλλά με κατασκευές κτιρίων που εξυπηρετούσαν συγκεκριμένους σκοπούς προσάρμοσενα στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία. Ένα τέτοιο ιστορικό γεγονός απασχόλησε τον Steve Roden, ο οποίος ηχογράφησε το album του Airforms το 2005, άμεσα επηρεασμένος από τoν αρχιτέκτονα Wallace Neff , ο οποίος κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είχε δημουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο σπιτιού, φτιαγμένο από σκληρή ελαστική ύλη καλυμμένο από ένα στρώμα τσιμέντου. Ονομάστηκε airform house (όπως επίσης ballon, rubber … και bra house) και σκοπός αυτού του είδους της κατασκευής ήταν αρχικά το χαμηλό του κόστος του, ώστε να μπορέσουν να διαμείνουν πολλοί άνθρωποι μετά τη καταστροφή του πολέμου, καθώς και η δυνατότητα να επαναχρησιμοποιηθεί και μετακινηθεί με μεγάλη ευκολία αφού αφαιρεθεί ο αέρας που περιέχεται μέσα στο “μπαλόνι”.
Ο Steve Roden ήθελε να αγοράσει ένα τέτοιο σπίτι, πρώτα όμως κυκλοφόρησε το album Airforms που ηχογράφησε μέσα σε ένα απο τα λίγα τέτοια σπίτια στην Αμερική χρησιμοποιώντας ένα organ pipe (κυλινδρικό όργανο που χρησιμοποιείται σε καθολικές εκκλησίες) και μαγνητοφώνησε τους ήχους που αναπαράγονται από το περιβάλλον ενός τέτοιου σπιτιού. Στόχος του ήταν να καταγράψει και να αναδείξει την διαφορετικότητα των ήχων σε μια τόσο σημαντική περίοδο της ιστορίας, και πως οι ήχοι διαμορφώνονται με την πάροδο των χρόνων.

Ο ήχος των κτιρίων των πόλεων είχε απασχολήσει τον Steve Roden και στο παρελθόν και το 2001 κυκλοφόρησε το album του Schindler House, ηχογραφημένο σε ένα κτίριο που κατασκευάστηκε από τον αρχιτέκτονα Rudolf M. Schindler στο Λος Αντζελες (κατά το όνομα του κατασκευαστή “Schindler House”). Πρόκειται για ένα πολύ μοντέρνο κτίριο για τα πρότυπα της εποχής, όχι γιατί είχε κάτι παραπάνω από τα υπόλοιπα συνηθισμένα κτίρια, αλλά περισσότερο γι’ αυτά που δεν είχε. Συγκεκριμένα δεν είχε σαλόνι, τραπεζαρία, ή άλλα δωμάτια. Αποτελούνταν από έναν ενιαίο χώρο στον οποίο, σύμφωνα με τον κατασκευαστή του θα κατοικούσαν δυο νεαρά ζευγάρια ως ένας χώρος διαμονής, αλλά και εργασίας τους. Όσο περίεργη και αν ακούγεται μια τέτοια κατασκευή, υπήρξε μεγάλη επιρροή για κατοικίες που χτίστηκαν στις πιο πλούσιες πολιτείες της Αμερικής, και κυρίως στη Καλιφόρνια.
Ο Steve Roden όμως δεν ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε ηχητικά για το συγκεκριμένο σπίτι. Αντίθετα, από το 1920 μέχρι το 1950 υπήρξε καλλιτεχνικός μαγνήτης για πολλούς καλλιτέχνες και δραστηριότητες, και για μεγάλα διαστήματα το κατοικούσε ο συνθέτης John Cage, όπου και ερευνούσε τους ήχους της συγκεκριμένης κατασκευής. Κάτι παρόμοιο έκανε και ο Steve Roden. Κατά τη διαμονή του ηχογράφησε ήχους από το εσωτερικό και την αυλή του, όπως αεροπλάνα που περνούσαν από επάνω, τριξίματα από τα παράθυρα κ.α τα οποία χρησιμοποίησε στο Airforms, καθώς επίσης και σε ένα άπο τα κομμάτια του album να έδωσε μια δική του εκτέλεση του 4:33 του John Cage.

Εικαστική και ηχητική αναπαράσταση. Αντίθεση ή συγχώνευση;

Πέρα όμως από τους μουσικούς, ήταν και οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες που με τα έργα τους προκάλεσαν καλλιτεχνικές τάσεις και δημιουργίες. Ο Le Corbusier-ο οποίος πολλές φορές αναφέρεται και ως φιλόσοφος της πόλης-ήταν θερμός υποστηρικτής της ιδέας οτι οι πόλεις πρέπει να δομούνται με βάση τις κοινωνικές δομές τους. Όταν όμως τη δεκαετία του 1930 υπέβαλλε τις προτάσεις του για την ανάπλαση του Rio de Janeiro μάλλον δεν φανταζόταν ποτέ ότι ο προτεινόμενος σχεδιασμός του θα αποτελούσε και αιτία διαμάχης ιδεών γύρω από αυτό που ονομάστηκε concrete poetry. Αυτή η διαμάχη έλαβε μεγαλύτερη έκφραση στην ανάπτυξη δυο αντίθετων ρευμάτων, μεταξύ του Σουηδού εικαστικού καλλιτέχνη Öyvind Fahlström, οι απόψεις του οποίου εκφράστηκαν μέσω του έργου του “Manifesto for Concrete Poetry” και των Noigandres poets - ομάδα Βραζιλιάνων ποιητών.

Οι τελευταίοι πίστευαν ότι αυτό που ονομάζεται concrete poetry, πέρα από μια μορφή ιδιαίτερης τυπογραφίας, μέσω των ιδιαίτερων νοημάτων που λαμβάνουν και μεταδίδουν οι σχηματισμοί των γραμμάτων και των λέξεων, θα έπρεπε να αναπτυχθεί σαν κομμάτι ενός αστικού σχεδιασμού, και θα περιλαμβανόνταν σε ενα γενικότερο πλαίσιο οικοδόμησης μιας πόλης. Δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην αισθητική διαμόρφωση της πόλης ώστε να αποτυπωθούν πολλά από τα ιστορικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της πόλης επεδίωξαν τη προβολή της ταυτότητα της και ταυτόχρονα να δώσουν περιεχόμενο στη πόλη μέσω των τυπογραφιών που θα τη συνόδευαν. Αντιθέτως, ο Fahlström πίστευε ότι οι λέξεις είναι αυτές που έχουν νόημα και όχι η αρχιτεκτονική. Μέσω της αναπαραγωγής του ήχου από τις λέξεις μπορούν να σχηματιστούν έννοιες όπως ο χρόνος, η άβυσσος, ο θάνατος, και η επαναληπτική τους δομή στη ποίηση βοηθά και παροτρύνει τον ίδιο τον αναγνώστη να δημιουργήσει τις δικές του έννοιες, κατά αναλογία με την αρχιτεκτονική των κτιρίων. Για παράδειγμα θεωρούσε ότι η σιωπή που υπάρχει στα ποιήματα δημιουργεί ακουστικά διαστήματα, όπου η ηχώ των προηγούμενων λέξεων αντηχούν όπως στην ακουστική ενός εγκατελειμμένου σπιτιού.

Η διαφορά λοιπόν αυτών των δυο ρευμάτων εγκείται με ποιά θεματικοποίηση αντιμετώπιζαν την αρχιτεκτονική. Τα μέλη του Noigandres poets ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη δομή και κατασκευή των κτιρίων: θα αποτελούσαν μέσο για την μετάδοση των έργων τους - μια οπτική αναπαράσταση. Αντίθετα, ο Fahlström ενδιαφερόταν εκτός από το κτίριο σαν κατασκευή, και θεωρούσε ότι ήταν μέρος ενος συστήματος το οποίο όμως γίνεται και όργανο και αναπαράγει ήχους, κατασκευάζει λέξεις και έννοιες, και μέσω των ίδιων των λέξεων καταλήγει στο να μεταδίδει εμπειρίες όπου το άτομο αποτελεί ζωτικός οργανισμός του κτιρίου, και συνολικά του τόπου όπου κατοικεί.

Ο ήχος είχε σημαντική επιρροή στον Le Corbusier. Το 1956 όταν είχε προσκληθεί από την εταιρία ηλεκτρικών συσκευών Philips, να σχεδιάσει ένα ειδικό κτίριο όπου θα στέγαζονταν η διεθνή έκθεση των Βρυξελλών που πραγματοποιήθηκε το 1958. Ο τελευταίος συνέλαβε την ιδέα με τον συνδυασμό τεχνολογίας και τέχνης όχι απλά χτίζοντας ένα κτίριο, αλλά ως ένα περιβάλλον από ήχο, χρώμα, και δομή, με σκοπό να αντανακλάται ο δημιουργικός ρόλος που μπορούν να παίξουν ο ηλεκτρισμός και οι άλλες σχετικές επιστήμες στη σύγχρονη κοινωνία. Για αυτό συνεργάστηκε με τον Ξενάκη, ο οποίος δημιούργησε μαθηματικά μοντέλα για την κατασκευή του κτιρίου, και προσκάλεσε τον Edgard Varèse να δημιουργήσει τη μουσική σε μορφή μαγνητοφωνημένης ταινίας, αφήνοντας τον συνθέτη απολύτως ελεύθερο να προσεγγίσει τον κόσμο των ήχων με οποιοδήποτε τρόπο επέλεγε. Το απότελεσμα αυτής της σύνθεσης ήταν το πασίγνωστο έως σήμερα Poème èlectronique.

Ζώντας στον σύγχρονο αστικό χώρο

Στις σύγχρονες πόλεις οι αναζητήσεις της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση εμφανίζονται κυρίως στη διάδοση νέων τεχνολογιών το οποίο αποτυπώνεται και στους ήχους των πόλεων, και γενικότερα στο χώρο τους. Είναι πολλοί οι καλλιτέχνες και μεγάλο μέρος αυτών αποτελούν μουσικοί, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η μεταμόρφωση των πόλεων σε μητροπόλεις έχει ως συνέπεια την σμίκρυνση του χώρου μέσα στις πόλεις. Αυτό συνακόλουθα οδηγεί και στη μείωση των ήχων που αναπαράγονται σε αυτές και ο κυρίαρχος είναι ο ψηφιακός. Ένθερμος υποστηρικτής αυτής της άποψης είναι και ο sound artist Paul Virilio, λέγοντας ότι ο χώρος στις πόλεις αποτυπώνεται πλέον στον χρόνο και συγκεκριμένα στη σχεση χώρου και χρόνου. Και πιο χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η αναπαράσταση των πόλεων δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στην απεικόνιση πυλών όπως εμφανιζόταν τα παλαιότερα χρόνια στη σχεδίαση κτιρίων, αλλά στην κυριαρχία της τηλεματικής. Και αυτό γιατί με την τηλεματική οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα ανάμεσα στο χρόνο μιας κίνησης και τη δημιουργία μιας παράλληλης κίνησης που προέρχεται από τον αυτοματισμό. O χώρος σχετίζεται με τον χρόνο, κάτι άϋλο, και οι κινήσεις από ψηφιακούς ήχους.

Το 1956 ο γάλλος θεωρητικός Γκυ Ντεμπόρ παρουσίασε μια νέα ορολογία-το derive, με βάση το οποίο πρότεινε στους κατοίκους να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίο κινούνται και αντιμετωπίζουν τον αστικό χωρο όπου πραγματοποιούν την καθημερινή τους ρουτίνα. Αντιπρότεινε να δημιουργήσουν έναν φαντασιακό χώρο, σε αντίθεση με τον πραγματικό που βιώνουν. Αντί να κάνουν αυτοματοποιημένα την ίδια διαδρομή και χωρίς ενδιαφέρον για τον χώρο στον οποίο κινούνται, μπορούν να ακολουθήσουν τα συναισθήματα τους και να αντιμετωπίσουν την πόλη με διαφορετικό τρόπο. Έτσι θα ανακαλύψουν το δικό τους περιβάλλον και τελικά θα αντιληφθούν τον χώρο όπου ζουν και κυρίως την ύπαρξη τους μέσα στον χώρο, με έναν τρόπο που θα δημιουργηθεί μια κοινότητα ανθρωπίνων σχέσεων. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να εκλαμβάνονται οι ήχοι των πόλεων ως κάτι ανάλογο με αυτό που βρίσκουμε στο “chance music” του John Cage, όπου κάθε κάτοικος είναι ο συνθέτης που χρησιμοποιεί τις καθημερινές εικόνες της πόλης και έχει βαθιά γνώση της πόλης και της ταυτότητας της.

Σε σχέση με την έννοια του dèrive η δημιουργία μιας φαντασιακής πόλης αναπαραστάσεων και συμβόλων ήταν το επιχείρημα του Akio Suzuki στο έργο του Otodate (μτφ. Ηχητικό Μέρος) το οποίο παρουσιάσε σε ένα φεστιβάλ του Βερολίνου το 1996. Αυτό που έκανε ήταν να περπατήσει στη πόλη. Όπου θεωρούσε ότι εντόπισε ένα ενδιαφέρον ήχο ζωγράφιζε ένα κύκλο με δύο αυτιά. Με βάση τα σημεία όπου βρίσκονταν αργότερα τα σημάδεψε σε έναν χάρτη του Βερολίνου με σκοπό να δημιουργήσει έναν χώρο όπου η φαντασιακή πόλη συναντά την πραγματική για να δομήσουν έτσι την πιο στενή, πιο προσωπική σχέση του ατόμου με το χώρο.

Έννοιες όπως πολίτης, κάτοικος, πόλη, αστικός χώρος ίσως πρέπει να μελετηθούν πιο προσεκτικά, και να οριοθετηθεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται αυτές οι έννοιες. Ίσως η έννοια ενός ανθρώπου που ζει σε μια πόλη να μην πρέπει πλέον να αποδίδεται με την ίδια ορολογία, αλλά να συνοδεύεται με την ιδιότητα του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ζει στην πόλη. Μερικές από αυτές τις έννοιες περιλαμβάνει τους μετανάστες που είναι ξένοι σε έναν ξένο τόπο, τους καταναλωτές όπου η πόλη είναι ο χώρος ικανοποίησης των υλικών τους αναγκών, τους θεατές που η πόλη αποτελεί τη ρουτίνα των καθημερινών τους παραστάσεων, και τους πολίτες μιας συνηθισμένης πόλης. Όμως οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται πραγματικά τη παρουσία τους μέσα στον χώρο, και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πόλης. Και κάθε πόλη είναι συνηθισμένη, με την έννοια ότι έχει τη δική της ιστορία, ιδιαιτερότητα, ανάπτυξη. Και αυτά πρέπει να ερευνηθούν για να ανακαλυφτεί και να κατανοηθεί πραγματικά, πέρα από την ομοιόμορφη ανάπτυξη τους όπως αναπαράγεται σήμερα λόγω της παγκοσμιοποίησης της άναρχης δόμησης των πόλεων.

Για να διαβασετε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στο monkie πατήστε εδώ - Τεύχος 8ο

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

“After silence, that which comes nearest to expressing the inexpressible is music”

Aldous Huxley

95 χρόνια από το μανιφέστο για τον θόρυβο του Russolo με τίτλο “The Art of Noises: Futurist Manifesto”, και 56 χρόνια από το “Silence” του John Cage, ο Stuart Sim, καθηγητής Κριτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Sutherland, έρχεται με το καινούριο του βιβλίο “Manifesto for Silence: Confronting the Politics and Culture of Noise” να προβληματίσει, να διχάσει, και να μας κάνει να αναθεωρήσουμε σχετικά με τη παρουσία των ήχων στην εποχή μας.

Με αφορμή και σε συνάρτηση με το βιβλίο του Sim ακολουθεί μια ανασκόπηση των εννοιών του θορύβου και της σιωπής, επιχειρώντας να αναδείξει την σχέση τους και να κάνει κριτική σε ένα τόσο τολμηρό εγχείρημα όσο είναι ένα μανιφέστο της σιωπής.

Ο Sim προσεγγίζει το θέμα του θορύβου από πολλές απόψεις και αντλεί παραδείγματα από διαφορετικούς τομείς, αλλά κυρίως επικεντρώνεται στις τέχνες και τη φιλοσοφία, και δίνει έμφαση στον θόρυβο που συναντάται στην καθημερινότητα. Ανάμεσα στα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι ο Samuel Beckett, φιλόσοφοι όπως ο Wittgenstein, o Derrida, o Kant, και τη σημασία που έχει η σιωπή για τα έργα τους ως πηγή αλλά και ως πεδίο ανάλυσης, όπως για παράδειγμα στη Θεωρία της Αποδόμησης όπου η σιωπή χρησιμοποιείται σαν το μέσο για να γίνει το νόημα της συντάξεως μιας γλώσσας πιο κατανοητό, κυρίως όσον αφορά τα μέρη που δεν μπορούν να μεταδοθούν με τη γλώσσα, και όπως γράφει ο ίδιος «...να επιδείξει πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι με νόημα για έργα της τέχνης». Άλλα παραδείγματα που χρησιμοποιεί είναι των ζωγράφων και αντιπροσώπων του Ρώσικου κονστρουκτιβισμού Kasimir Malevich και Alexander Rodchenko, από τον κινηματογράφο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τη σημασία τη σιωπής στα έργα του «Η Έβδομη Σφραγίδα», και «Η Σιωπή».

Ο Sim κάνει εκτενή αναφορά και στο ίσως σημαντικότερο καλλιτεχνικό έργο για τη σημασία της σιωπής μέσα στον χώρο το 4’33” του John Cage; για την σχέση ανάμεσα στον οργανωμένο και ανοργάνωτο θόρυβο, όπου ο δεύτερος γίνεται αντιληπτός υπό συνθήκες σιωπής. Πιο συγκεκριμένα, ο Cage για να παρατηρήσει τους «ήχους της σιωπής» είχε ανακαλύψει κάποιους χώρους, τους οποίους ονόμαζε ως anechoic rooms όπου υπήρχαν συνθήκες άριστης σιωπής κατά τον ίδιο. Ένας τέτοιος χώρος ήταν σε ένα δωμάτιο στο Πανεπιστήμιο του Harvard, τον οποίο επισκεπτόνταν συχνά ο Cage και όταν ένας μηχανικός του Πανεπιστημίου ρωτήθηκε τι ήχους άκουγε ο Cage, απάντησε ότι του είχε εξομολογηθεί ότι οι δυνατοί ήχοι που άκουγε ήταν το νευρικό του σύστημα, και οι χαμηλοί ήχοι αναπαράγονταν από τους ήχους της κυκλοφορίας του αίματος του. Ο Cage υποστήριζε ότι στη σιωπή οι ήχοι που μας περιβάλλουν αποτελούν τον ανοργάνωτο θόρυβο σε σχέση με τον οργανωμένο θόρυβο που είναι η αρμονία, οπότε η σιωπή και ο θόρυβος δεν είναι δυο αντίθετα άκρα αλλά σχετίζονται άμεσα και αποτελούν ένα συνεχές χωρίς αρχή και τέλος, αφού ο θόρυβος μπορεί να γίνει αντιληπτός μέσα από τη σιωπή.[1]

Η έμφαση που έδινε ο Cage στην σιωπή τυπωνόταν πάνω στον θόρυβο που έβγαινε και αυτός χρησιμοποιώντας τον ως μέσο, σε μια ιδιότυπη σύνθεση. Μετά το βιβλίο του Silence πολλά έργα δημιουργήθηκαν φανερά επηρεασμένα από την φιλοσοφία του Cage, όπως το Ionisation του Edgard Varèse του οποίου η σύνθεση έγινε στα συντρίμμια βιομηχανιών μεταποίησης και στο οποίο συμμετείχαν εργάτες που στο παρελθόν εργάζονταν εκεί, χωρίς να είναι μουσικοί, αλλά το σημαντικό τους προσόν ήταν η γνώση του χώρου, αλλά κυρίως των ήχων του χώρου και τα έργα των Cage και Varèse είχαν σημαντική επιρροή στο κίνημα του concrète music, Ίσως ολά αυτά να αποτυπώνονται και να γίνονται κατανοητά καλύτερα στη φράση του David Toop, ο οποίος είπε ότι: «Μόλις δεχτείτε την ιδέα του Cage ότι ο θόρυβος μπορεί να είναι μουσική έχετε πιαστεί σε μια παγίδα. Ακούτε μουσική με μουσικό αυτί, είτε την ηχογραφείτε είτε όχι».[2]

Αυτή η σχέση σιωπής και θορύβου φάνηκε μετά τη δεκαετία του ’50, η οποία από πολλούς ονομάστηκε η δεκαετία της σιωπής κυρίως λόγω του γεγονότος ότι το 1952 ηχογραφήθηκε το Silence του John Cage, και αργότερα το 1960 όταν ο La Monte Young ηχογράφησε το Composition No7. Το έργο του La Monte Young αποτελείται μόνο από νότες Β και F# και αναπαράγεται ένας συνεχόμενος ήχος, όπου ο ακροατής ελεύθερος από την αλλαγή στις νότες και την ένταση και του χρόνου έμπαινε στη ροή του κομματιού και επικεντρώνεται στα διαφορετικά του μέρη όπου του ανοίγεται ένα σύμπαν από overtones, microtones and combination tones.

O La Monte Young θεωρείται «πατέρας» του drones και μέχρι σήμερα αυτός ο όρος είναι άμεσα συνδεδεμενος με τον θόρυβο στην μουσική, και αυτό που προσπάθησε ο ίδιος να πει ήταν ότι μια σύνθεση δεν χρειάζεται να έχει αρχή και τέλος, αλλά να έχει την ελευθερία να εκτείνεται στο άπειρο και μέσα σε αυτή τη διάρκεια να μπορεί ο ακροατής να παρατηρεί τις παραλλαγές του ήχου, αρκεί να μόνο να επικεντρωθεί στους ήχους που περιβάλλουν την συγκεκριμένη σύνθεση. Όπως δηλαδή ο Cage με το έργο του Silence θέλει να δώσει έμφαση στους ήχους που περιβάλλουν μια σύνθεση μέσω της σιωπής, κάτι παρόμοιο προσπάθησε να δείξει και ο La Monte Young μέσω του drones, πάνω στο οποίο μέχρι σήμερα βασίζονται πάρα πολλοί αυτοσχεδιασμοί από συγκροτήματα όπως οι Vibracathedral Orchestra, Bardo Pond, The Boredoms, ο Κeiji Haino, ο Phill Niblock και πάρα πολλοί άλλοι. Και ακολουθώντας το παράδειγμα του Sim, ο οποίος αναφέρει πολλά παραδείγματα από την φιλοσοφία στο βιβλίο του, να αναφέρουμε ότι ο Ινδός μουσικός και φιλόσοφος του Σουφισμού Hazrat Inayat Khan στο βιβλίο του Mysticism of Music, Sound and Word, ξεκινά ένα δόγμα σύμφωνα με το οποίο ο ήχος, η κίνηση, και η παρουσία ξεπετάγονται μέσα από τη σιωπή, και υποστηρίζει ότι και οι ρίζες της λέξης δόνηση (από το vibration) προέρχονται από τον Σουφισμό.

Επίσης για τη σχέση ανοργάνωτου και οργανωμένου θορύβου ή αρμονίας σύμφωνα με τον Cage αναφορικά με την σιωπή, ένα καλό παράδειγμα για να αναδείξει αυτή την σχέση στην περίπτωση των drones και την απελευθέρωση του ήχου μέσω των drones είναι ο Keiji Haino, ο οποίος λέει οτι αυτό που αποκαλούμε θόρυβο είναι ένα διαφορετικό είδος αρμονίας. O Keji Haino με το συγκρότημα του τους Aihiyo έκανε διασκευές σε pop τραγούδια προσπαθώντας όπως έλεγε ο ίδιος να τα απελευθερώσει από τον περιορισμό μιας σύνθεσης προορισμένη να γίνει ένα δημοφιλές τραγούδι. Και αυτό που κάνει είναι να αντικαθιστά τους συνηθισμένους ήχους ενος τραγουδιού, οι οποίοι υπήρχαν ήδη, και περιμέναν να ελευθερωθούν επεκτείνωντας τους μέσα στο χρόνο. Έτσι λοιπόν όπως λέει ο ίδιος ο θόρυβος όπως και η ρop περιέχει τους κανόνες της αρμονίας και το παγκόσμιου ήχου.

Ο Sim στο μέρος του βιβλίου του που αναφέρεται για τη σημασία της σιωπής στην μουσική και στην σύνθεση προσθέτει ένα ακόμα επιχείρημα στην υπόθεση ότι η σιωπή και ο θόρυβος αποτελούν ένα συνεχές παρά δυο αντίθετες έννοιες. Βέβαια ένας τέτοιος όρος σαν την σιωπή αποτελεί αντικείμενο ερευνών, καλλιτεχνικών αναζητήσεων και γενικότερα είναι κάτι το οποίο τόσο αφηρημένο όπου δεν είναι δυνατόν να του μπούν όρια ώστε να θεωρηθεί ότι έχει απαντηθεί το ζήτημα της σιωπής μέσω της φιλοσοφίας, της τέχνης ή της γλωσσολογίας, αν και ο Sim καταφέρνει να προσεγγίσει σε σημαντικό βαθμό αυτήν την έννοια.

Παρά την πληρότητα επιχειρημάτων και παραδειγμάτων το βιβλίο του Sim παραλείπει κάποιες σημαντικές πληροφορίες, οι οποίες παραλείψεις ίσως να είναι και εσκεμμένες. Δεν αναφέρει σε κανένα σημείο του βιβλίου το όνομα του La Monte Young, και την σπουδαιότητα του έργου του, και όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ροκ μουσικής και σιωπής, λέει ότι: «Η σιωπή δεν αποτελεί μέρος του λεξικού της ροκ». Λαμβάνοντας όμως υπόψη την σχέση των drones αυτοσχεδιασμών και την άμεση επιρροή τους στην ροκ μουσική και ακόμα περισσότερο στο κίνημα του Alternative Rock της δεκαετιάς του ’90 με τους Sonic Youth, My Bloody Valentine, τους Jesus and Mary Chain, οι οποίοι επεκτείναν την χρήση ροκ τραγουδιών μέσα στο χρόνο και έδωσαν μια διαφορετική αντίληψη στην έννοια της ροκ μουσικής, δείχνει να κάνει μια σημαντική παράλειψη.

Συμπερασματικά, το βιβλίο του Sim περιέχει πολλά παραδείγματα που στηρίζουν την πρόθεση του να δημιουργήσει ένα μανιφέστο για την σιωπή, παρόλα αυτά παραλείπει πολλά, όπως για παράδειγμα την σημασία της ελευθερίας στη μουσική το οποίο κήρυσσαν o Russolo, ο Cage και ο La Monte Young , ή δείχνει να απομονώνει μόνο αυτά που αναδεικνύουν την υπόθεση του για τη σημασία της σιωπής. Και αυτή η μονοδιάστατη οπτική του ίσως να κάνει το εγχείρημα του να προκαλέσει πολλές ενστάσεις...όπως δηλαδή συμβαίνει σε κάθε μανιφέστο!



[1] Ένα καλό παράδειγμα που αναφέρει ο David Toop για να αναδείξει τη σχέση σιωπής και θορύβου, είναι σε μια συναυλία που είχε γίνει στο Τόκυο και είχε τίτλο Noise As Silence και στη κεντρική σκηνή έπαιζαν οι Shunichiro Okada, Carl Michael Von Hausswolff, Carsten Nicolai (γνωστός και ως Alva Noto, ή Aleph στο τελευταίο του album 1). Κατά τη διαρκεια της παράστασης δεν προσπάθησαν να κάνουν μια επίδειξη όπου η σιωπή θα ήταν το κύριο ηχητικό μέσο, και αυτό έγινε πασιφανές διότι o Michael Von Hausswolff έκανε μίξεις εντάσεως 11.000 Hertz, ενώ οι υπόλοιποι δυο χτυπούσαν τα trackpads των laptops τους, για να δείξουν τι ήχοι βγαίνουν από δυο αντικείμενα που δεν αποτελούν μουσικά μέσα, και οι ήχοι που αναπαράγονται μέσα στον χώρο.

[2] Η θεωρία του concrète music με πρωτοπόρους του κινήματος τον Pierre Schaeffer, και τoν Pierre Henry και εμφανίστηκε στο Παρίσι τη δεκαετία του ’50 όπου και έγινε για πρώτη φορά χρήση της μαγνητικής ταινίας ως μέσο για να ηχογραφηθούν οι φυσικοί ήχοι του περιβάλλοντος ως πηγές ήχου, και χρησιμοποιούνταν με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται και οι νότες σε μουσική κλίμακα.

Για να διαβάσετε το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στο monkie πατήστε εδώ - τεύχος 7ο